Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναλύσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αναλύσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2010

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΓΕΝΤΙΝΟ ΚΑΘΗΓΗΤΗ CLAUDIO KATZ

Η Ελλάδα σε στάση πληρωμών - Η Αργεντινή παράδειγμα
Συνέντευξη στην Ευρυδίκη Mπέρση - Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, 31/10/2010

Συνομιλώντας με τον μελετητή της κρίσης της Αργεντινής, οικονομολόγο και καθηγητή του Πανεπιστημίου του Μπουένος Αϊρες, Κλαούντιο Κατς, αποκομίζει κανείς την πεποίθηση ότι υπάρχει ζωή μετά τον (οικονομικό) θάνατο. Ο Κατς ήρθε στην Αθήνα της μιζέριας, της οικονομικής ασφυξίας και της αυτομαστίγωσης για να μας θυμίσει ότι όσα ζούμε, τα έζησαν κι άλλοι... και επιβίωσαν. Ότι μπορούμε να βγούμε από το τέλμα πιο γρήγορα από όσο νομίζουμε. Ότι η οικονομία της Αργεντινής είδε άσπρη μέρα μόνον όταν σταμάτησε να κάνει ό,τι της ζητούσαν οι πιστωτές. Όπως η Ελλάδα σήμερα, έτσι και η Αργεντινή στα τέλη της δεκαετίας του ’90 όφειλε πολύ περισσότερα χρήματα από όσα μπορούσε ποτέ να αποπληρώσει. «Δεν έχετε να πληρώσετε; Δώστε μας τα πετρέλαια. Πουλήστε τις τηλεπικοινωνίες, την ύδρευση, τις αερογραμμές, τη συγκοινωνία, το φυσικό αέριο. Η κυβέρνηση Μένεμ τούς τα έδωσε όλα. Και βρέθηκε η Αργεντινή στην παράδοξη κατάσταση να έχει πουλήσει τα πάντα και το χρέος της να αυξάνεται αντί να μειώνεται» λέει, χειρονομώντας ζωηρά. «Μας έστυψαν όσο μπορούσαν, το ίδιο κάνουν τώρα μ’ εσάς. Ήξεραν ότι η αποπληρωμή είναι αδύνατη, αλλά η στρατηγική τους ήταν “μη σκέφτεστε, δώστε”». Ο Kατς είναι οικονομολόγος, αλλά θεωρεί ότι σε προβλήματα όπως αυτά, τον πρώτο λόγο έχει η πολιτική.

«Το θέμα είναι καθαρά πολιτικό», επισημαίνει. «Πρέπει πρώτα να ληφθεί μια θεμελιώδης πολιτική απόφαση και εν συνεχεία υπάρχουν δύο - τρεις εναλλακτικές λύσεις στο πεδίο της οικονομίας». Η απόφαση αυτή είναι ότι η χώρα σταματά να εξοφλεί τους διεθνείς πιστωτές, είτε προχωρώντας σε στάση πληρωμών, όπως η Αργεντινή, είτε αρχίζοντας λογιστικό έλεγχο του χρέους, όπως το Εκουαδόρ. «Το Εκουαδόρ δημιούργησε διεθνή επιτροπή ειδικών που προχώρησε σε λογιστικό έλεγχο του χρέους και κατέληξε ότι το πραγματικό χρέος ήταν μικρότερο από το ονομαστικό χρέος», υπογραμμίζει.

Ρωτώ πόσο επίπονη ήταν η στάση πληρωμών για την Αργεντινή. «Εκμεταλλευθήκαμε την περίοδο 2002–2005 για την οξυγόνωση της οικονομίας», απαντά. «Είχαμε χρήματα για τα λογικά πράγματα, για μισθούς, συντάξεις, σχολεία, νοσοκομεία, για κάποιες επενδύσεις». Το λάθος της Αργεντινής είναι ότι περίμενε έως ότου χρεοκοπήσει, δεν προχώρησε στη στάση πληρωμών οργανωμένα και συντεταγμένα. «Το πρώτο και κύριο πράγμα που θα έπρεπε να είχαμε κάνει θα ήταν να αναλάβει έγκαιρα η κυβέρνηση τον πλήρη έλεγχο του τραπεζικού συστήματος. Δεν μιλώ για εθνικοποίηση, μιλώ για προσωρινό πλήρη έλεγχο. Αυτό θα εμπόδιζε τη μαζική φυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό, που δημιούργησε πολλά προβλήματα», λέει. «Για να διαπραγματευθεί όμως μια κυβέρνηση με τις τράπεζες σε μια τέτοια στιγμή, πρέπει να βάλει στο τραπέζι το διάταγμα της εθνικοποίησής τους, ως απειλή, προκειμένου αυτές να συμφωνήσουν να δώσουν προσωρινά τον έλεγχο».

Ενώ η στάση πληρωμών ήταν αναπόφευκτη, η κυβέρνηση της Αργεντινής έκανε τα πάντα για να την αποτρέψει – περιλαμβανομένης της δέσμευσης των καταθέσεων της μεσαίας τάξης προκειμένου να πληρωθούν οι πιστωτές. «Αυτό ήταν το μοιραίο τους λάθος, καθώς η μεσαία τάξη ενώθηκε με τους φτωχούς που είχαν αρχίσει πραγματικά να πεινάνε», λέει. Δέκα μήνες διαδηλώσεων κορυφώθηκαν στην εξέγερση της 19ης και 20ής Δεκεμβρίου 2001, που υποχρέωσε τον πρόεδρο Ντε λα Ρούα να φύγει με ελικόπτερο από το πολιορκούμενο προεδρικό μέγαρο και τον διάδοχό του να κηρύξει στάση πληρωμών και να αποσυνδέσει το πέσο από το δολάριο.

Έλεγχος του ευρώ

«Καμία κυβέρνηση δεν αποφασίζει μόνη της κάτι τέτοιο, πρέπει να υποχρεωθεί από κάτω», επισημαίνει, προσθέτοντας ότι απαιτείται και εθνικός έλεγχος της νομισματικής πολιτικής. «Συνειδητοποιείτε ότι στην περίπτωση της Ελλάδας αυτό σημαίνει έξοδο από το ευρώ;» ερωτώ. «Μπορείτε να αποφασίσετε να μείνετε στο ευρώ, να φύγετε ή να επιλέξετε μια μέση λύση. Πρώτα οι Έλληνες θα αναλάβουν τον έλεγχο του νομίσματος που κυκλοφορεί στην Ελλάδα. Μετά απ’ αυτό, θα μπορέσετε να συζητήσετε για το μέλλον του ευρώ με άλλους όρους».

Και η άποψή του για τις τρομακτικές αντιδράσεις που θα προέκυπταν; «Αυτή είναι η ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού. Ότι είστε φτωχοί και εκείνοι έχουν όλη την εξουσία. Ότι εσείς δεν έχετε τίποτα και εκείνοι τα έχουν όλα. Ότι είστε ανάξιοι, διεφθαρμένοι και λοιπά. Πρέπει να συνειδητοποιήσετε τη δύναμή σας και μετά να συζητήσετε μαζί τους με σωστούς όρους. Το μυστικό στην πολιτική διαμάχη είναι να ξέρεις ποιες είναι οι δυνάμεις σου». Ο Κατς τονίζει ότι η οικονομική διαφορά ανάμεσα στη Γερμανία και την Ελλάδα δεν είναι τόσο μεγάλη όσο η διαφορά ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Αργεντινή, τη Βολιβία ή το Εκουαδόρ. «Όμως, όλες αυτές οι μικρές χώρες μπόρεσαν να διαπραγματευθούν με τη μεγάλη δύναμη. Στη Λατινική Αμερική δεν επαναλαμβάνουμε ό,τι λένε οι νεοφιλελεύθεροι. Είστε Ελληνες», λέει και δείχνει με πάθος την γκραβούρα του Παρθενώνα, που συμπτωματικά κρέμεται πάνω από το τραπέζι μας. «Εμείς στην Αργεντινή έχουμε μόνο δύο αιώνες ιστορίας. Η Ελλάδα πρέπει να ανακτήσει τη δύναμη της ιστορίας της».

Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ: ΒΑΣΙΚΟΙ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ

του Κώστα Μελά

1.  Στην ιστορική εποχή που ζούμε, για λόγους που έχουν πολλάκις αναλυθεί1, υπάρχει μια σαφής προσπάθεια το οικονομικό να καταλαμβάνει την πρώτη σελίδα της διεθνούς επικαιρότητας σε καθημερινή βάση. Το οικονομικό, και μάλιστα στη νεοφιλελεύθερη εκδοχή του, έχει ανακηρυχθεί σε δεσπόζουσα ερμηνευτική και καθοδηγητική μεθοδολογία όλων των στιγμών του κοινωνικού και πολιτικού βίου. Στο σημείο αυτό χρειάζεται να υπογραμμιστεί με έμφαση ότι ο όρος «οικονομία», ακόμα κι αν χρησιμοποιηθεί με το εξής νόημα: «Πρόκειται για ένα σύστημα αφηρημένων και μετρήσιμων σχέσεων, το οποίο, βάσει ενός ορισμένου τύπου ιδιοποίησης των παραγωγικών πόρων, καθορίζει το σχηματισμό, την ανταλλαγή και την κατανομή των αξιών», δεν μπορεί να αποτελέσει αυτονομημένη περιοχή του κοινωνικού. Η οικονομία στο καπιταλιστικό σύστημα, «παρ’ ότι τείνει να αυτονομηθεί» περισσότερο ως στιγμή της κοινωνικής δραστηριότητας, δεν μπορεί να υψωθεί ως αυτόνομο σύστημα, που να διέπεται από ιδιαίτερους νόμους, ανεξάρτητους από τις υπόλοιπες κοινωνικές σχέσεις. Η οικονομία παραμένει αφαίρεση. Η κοινωνία, ακόμα κι αν βρίσκεται στην πλέον αναπτυγμένη καπιταλιστική φάση, δεν μπορεί ποτέ να γίνει μια οικονομική κοινωνία, υποβιβάζοντας τις άλλες κοινωνικές σχέσεις σε δευτερεύουσες. Ως εκ τούτου, μόνο κατά παράβαση της αλήθειας που περικλείεται στον προηγηθέντα συλλογισμό μπορούμε να δεχτούμε την πραγματικότητα των οικονομικών σχέσεων ως αυτόνομων. Έχουμε επομένως σαφή αδυναμία της δυνατότητας του οικονομικού να εκφράζεται αυτόνομα, ως αντιπρόσωπος του εαυτού του, απλούστατα διότι ο εαυτός δεν υφίσταται. Η μεθοδολογία με βάση την οποία πρέπει να πραγματοποιείται η μακροοικονομική και η μακροκοινωνική ανάλυση θα πρέπει να προσλαμβάνει τα προβλήματα ως πτυχές ενός ενιαίου κοινωνικο-οικονομικού συνόλου και να επιχειρεί τη συσχέτιση των εξελίξεων που συντελούνται στην παραγωγή, την απασχόληση, την κατανομή του εισοδήματος, τις εργασιακές σχέσεις, την αποτελεσματικότητα της κοινωνικής δικαιοσύνης… Παρ’ όλα αυτά όμως, η νεοκλασική εκδοχή της οικονομικής σκέψης έχει σχεδόν επιβάλει την άποψή της κατά τρόπο ολοκληρωτικό, κατισχύοντας έναντι των υπόλοιπων σχολών.

Στην προσπάθεια αυτή έχουν επιστρατευτεί τρομακτικού μεγέθους μηχανισμοί, σημαντικότερος των οποίων είναι χωρίς αμφιβολία ο επικοινωνιακός. Το γεγονός αυτό έχει ως συνέπεια ο αριθμός των εντύπων αλλά και των ηλεκτρονικών μέσων που μεταφέρουν πληροφορίες οικονομικού περιεχομένου να έχει αυξηθεί υπέρμετρα. Όμως, παρά την τρομακτική αύξηση του όγκου των πληροφοριών που αφορούν τα οικονομικά γεγονότα, έχω την εντύπωση ότι σε γενικές γραμμές υπάρχει μεγαλύτερη σύγχυση και αδυναμία κατανόησης των όσων συμβαίνουν ή πρόκειται να συμβούν στο οικονομικό επίπεδο. Είμαι βέβαιος ότι έχει αυξηθεί η ημιμάθεια, η οποία τις περισσότερες φορές είναι χειρότερη από την πλήρη αμάθεια. Μέρος της ευθύνης για την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί έχουν οι ειδικοί του χώρου, οι οικονομολόγοι. Σύμφωνα με τον Π. Κρούγκμαν2 , οι οικονομολόγοι γράφουν με τρεις τρόπους: «Γράφουν με ελληνικά γράμματα, γράφουν με “ανεβαίνουν/πέφτουν” και γράφουν για τα αεροδρόμια». Το γράψιμο με χρήση γραμμάτων του ελληνικού αλφάβητου αποτελεί τον τρόπο επικοινωνίας των καθηγητών (πρόκειται για θεωρητικό, μαθηματικό γράψιμο). Τα οικονομικά του «ανεβαίνουν/πέφτουν» τα συναντάμε στις οικονομικές εφημερίδες και στον ηλεκτρονικό Tύπο και ασχολούνται με ημερήσιες ή και ωριαίες μεταβολές διάφορων μεγεθών, οι οποίες υποτίθεται ότι είναι σημαντικότατες για τις διακυμάνσεις των χρηματιστηριακών δεικτών. Τα οικονομικά του αεροδρομίου είναι οι απλοϊκές οικονομικές μελλοντολογικές μυθοπλασίες με τις οποίες έχουμε κατακλυστεί τελευταία. Το συμπέρασμα είναι ότι κανένας από τους παραπάνω τρόπους με τους οποίους γράφουν οι οικονομολόγοι δεν προσφέρεται για την ουσιαστική ενημέρωση του πολίτη σχετικά με την πραγματική κατάσταση της οικονομίας της χώρας στην οποία κατοικεί ή της διεθνούς οικονομίας στο πλαίσιο της οποίας λειτουργεί.

Τα πράγματα δεν είναι καθόλου διαφορετικά στην Ελλάδα. Η ίδια ακριβώς κατάσταση επικρατεί κι εδώ, για να μην ισχυριστούμε ότι σε πολλά σημεία είναι ακόμα χειρότερη. Προς επίρρωση αυτής της θέσης μας, φτάνει να αναφέρουμε την αδυναμία των Eλλήνων πολιτών, αλλά και οποιουδήποτε μελετητή, να αναφέρονται σε αξιόπιστες, πλήρεις και αποδεκτές στατιστικές μετρήσεις όλων των οικονομικών μεγεθών, στη βάση των οποίων καλούνται, αφού τις μελετήσουν, να εξαγάγουν τα απαραίτητα συμπεράσματα. Η οικονομική απογραφή που πραγματοποίησε η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας με την ανάληψη των καθηκόντων της αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα της αδυναμίας των πολιτών να γνωρίζουν την οικονομική πραγματικότητα. Βρισκόμαστε συνεχώς αντιμέτωποι ως πολίτες με το απλό αλλά ουσιαστικό ερώτημα: Ποια είναι η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας; Υπάρχει τρόπος να απαντηθεί το ερώτημα αυτό, υπό μία έννοια, αντικειμενικά; Ποιος θα αναλάβει την ευθύνη για μια καθαρή και ευθεία απάντηση; Το δημοκρατικό παιχνίδι είναι πρωταρχικά πρόβλημα ενημέρωσης των πολιτών, ζήτημα διάχυσης της γνώσης και απλής κατανόησης των προβλημάτων, έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα της σωστής επίλυσής τους.


2. Η σύγχρονη περίοδος, που συμπίπτει με την τελευταία δεκαπενταετία στη χώρα μας, χαρακτηρίζεται από νέες εξελίξεις και νέα φαινόμενα στην οικονομική και στην κοινωνική ζωή. Οι εξελίξεις αυτές συντελούνται υπό το καθεστώς της Συνθήκης του Μάαστριχτ, την οποία αποδέχτηκε η κυβέρνηση Μητσοτάκη, την υιοθέτησαν ασμένως οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ (Παπανδρέου, Σημίτη) και τη συνεχίζει χωρίς ενδοιασμούς η κυβέρνηση Καραμανλή. Η οικονομική πολιτική που ασκήθηκε ολόκληρη τη συγκεκριμένη περίοδο εξυπηρέτησε αποκλειστικά την επίτευξη του βασικού και κυρίαρχου στόχου, της ένταξης της χώρας στο «σκληρό πυρήνα» της Ευρώπης και του εθνικού νομίσματος στη ζώνη του ευρώ. Έτσι, οι εξελίξεις στην ελληνική οικονομία συντελούνται σ’ ένα θεσμοποιημένο ευρωπαϊκό πλαίσιο νεοφιλελεύθερης έμπνευσης (πλήρους απελευθέρωσης των αγορών προϊόντων, κεφαλαίων και εργασίας, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο) σε συνδυασμό με ποσοτικές αγκυλώσεις (Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης), που επιβαρύνουν περαιτέρω τις αρνητικές επιπτώσεις της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής. Η επιλογή αυτή αναγορεύτηκε σε υπέρτατη αξία, από την οποία ούτε λίγο ούτε πολύ εξαρτάται η ίδια η ύπαρξη του έθνους και του κράτους. Αξίζει να ανατρέξει κανείς σε όσα υποστήριζαν, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο τα υποστήριζαν, οι κυβερνήσεις Σημίτη, ο έντυπος και ηλεκτρονικός Tύπος, όπως και κάθε λογής διανοούμενοι, στην προσπάθειά τους να πείσουν για την ορθότητα των επιλογών τους. Η ευρωπαϊκή στρατηγική της δημιουργίας του κοινού νομίσματος προβλήθηκε από τις ευρωπαϊκές ελίτ ως απάντηση στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και της ανάγκης για περαιτέρω ισχυροποίηση του ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου. Δικαιολογήθηκε ως η αναγκαία προσαρμογή της ευρωπαϊκής οικονομίας στις νέες συνθήκες διεθνοποίησης του πολυεθνικού κεφαλαίου, με την παράλληλη υπόσχεση της διατήρησης των κατακτήσεων των εργαζομένων, έστω και υπό νέα μορφή. Όμως για όλους εκείνους που αντιπάλεψαν τη συγκεκριμένη στρατηγική υπήρχε εξαρχής η βεβαιότητα ότι το εγχείρημα αυτό θα κατέληγε στη σημερινή αδιέξοδη κατάσταση. Η αποδοχή εκ μέρους των Eυρωπαίων των κανόνων του παιχνιδιού μιας διεθνοποιημένης οικονομίας, όπως επιβλήθηκαν από το αμερικανικό οικονομικό υπόδειγμα, ήταν από την αρχή βέβαιο ότι θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στην υιοθέτηση της συνολικής αμερικανικής κοινωνικής και οικονομικής φιλοσοφίας. Δημιουργήθηκε, συνεπώς, ένα ενιαίο διεθνές περιβάλλον, στο οποίο κυριαρχεί η νεοφιλελεύθερη πρόταση οικονομικής πολιτικής, τα χαρακτηριστικά της οποίας είναι ο περιορισμός της κρατικής παρέμβασης και των αναδιανεμητικών λειτουργιών του κράτους, με συνέπεια την ακύρωση βασικών χαρακτηριστικών της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής, την «απελευθέρωση των αγορών», τη μείωση των πραγματικών μισθών, την ευελιξία και την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, των εργασιακών σχέσεων και του συστήματος κοινωνικής προστασίας, τις απολύσεις κ.τ.λ. Όλα αυτά με βασική επιδίωξη τη σταθερότητα των μακροοικονομικών μεγεθών του πληθωρισμού και των δημόσιων ελλειμμάτων, τη μείωση του κόστους παραγωγής, τη βελτίωση του επιπέδου ανταγωνιστικότητας με διαρθρωτικές αλλαγές μείωσης του κόστους εργασίας, τον περιορισμό και την κατάργηση ασφαλιστικών δικαιωμάτων και, τελικά, την ουσιαστική απαλλαγή του συστήματος από οποιαδήποτε συλλογική διαπραγμάτευση. Στην κατεύθυνση αυτή κινήθηκε, και εξακολουθεί να κινείται, η ελληνική οικονομική πολιτική, πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτό θα αναβαθμίσει τη θέση της χώρας στο συγκεκριμένο περιβάλλον της διεθνούς και ευρωπαϊκής οικονομίας. Η προσαρμογή της ελληνικής οικονομίας ολόκληρη την περίοδο 1992-2005 έχει ως αποτέλεσμα σημαντικό κοινωνικό κόστος, δηλαδή υψηλή ανεργία, συρρίκνωση εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων, ένταση των εισοδηματικών ανισοτήτων σε βάρος της εργασίας, περιθωριοποίηση, κοινωνικούς αποκλεισμούς και συγχρόνως υψηλή κερδοφορία των επιχειρήσεων. Οι ιδιωτικοποιήσεις αποτέλεσαν –και αποτελούν– τις βασικές διαρθρωτικές αλλαγές, τις οποίες και τα δύο κυβερνητικά κόμματα όχι μόνο υιοθέτησαν, αλλά και πρόβαλλαν ως πανάκεια για κάθε πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας. Ο δημόσιος τομέας, αφού υπέστη τα πάνδεινα από τους εκάστοτε κυβερνώντες, τώρα παραδίδεται βορά στα χέρια του ιδιωτικού κεφαλαίου, του οποίου η ιστορική διαδρομή, ειδικά στην Ελλάδα, διαγράφεται εν μία νυκτί. Όλη η δόξα στους σημερινούς νικητές, η λήθη στους ηττημένους.

3. Θα πρέπει να τονιστεί με έμφαση ότι για κάθε οικονομία τα μεγέθη που έχουν πρωταρχική σημασία είναι: η παραγωγικότητα της εργασίας, η ανεργία και η διανομή του εισοδήματος. Aν τα παραπάνω σημαντικά μεγέθη δεν πάνε καλά, είναι σχεδόν αδύνατον η οικονομία να επιτελέσει θετικά βήματα. Όμως η οικονομική πολιτική που ασκείται σήμερα ελάχιστα ασχολείται με τα παραπάνω μεγέθη. Για του λόγου το αληθές, η Ευρωπαϊκή Ένωση ασκεί οικονομική πολιτική θέτοντας στόχους στους οποίους κανένα από τα αναφερθέντα μεγέθη δεν συμπεριλαμβάνεται. Σύμφωνα με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ η οποία αποτελεί το ανελαστικό μακροοικονομικό πλαίσιο λειτουργίας των οικονομιών της ευρωζώνης, έχουν ποσοτικοποιηθεί οι εξής στόχοι: ο πληθωρισμός, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το εξωτερικό δημόσιο χρέος. Στα οικονομικά της ευημερίας, τα οποία αποτελούν βασικό πυλώνα της οικονομικής θεωρίας και σκοπίμως έχουν τεθεί στο περιθώριο από τους σύγχρονους νεοκλασικούς οικονομολόγους, στόχος κάθε κυβέρνησης είναι η επίτευξη της μέγιστης δυνατής κοινωνικής ευημερίας. Η θέση αυτή, παρά τα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζονται, οδηγεί ευθέως στην αξιολογική πλευρά της οικονομίας, θέτοντας σε βαθιά κρίση τις απόψεις περί οικονομίας ως θετικής επιστήμης. Στο πλαίσιο της μακροοικονομικής ανάλυσης, η επίτευξη της κοινωνικής ευημερίας συγκεκριμενοποιείται στους γνωστούς στόχους της οικονομικής πολιτικής:
  • Πλήρης απασχόληση του εργατικού δυναμικού.
  • Yψηλός ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης.
  • Σταθερότητα του γενικού επιπέδου τιμών.
  • Προσαρμογή του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών (ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών).
  • Mείωση των ανισοτήτων στην κατανομή του εισοδήματος.

Ακόμα και στο μακροοικονομικό επίπεδο διαχείρισης της οικονομίας διακρίνεται εμφανώς η απόσταση που χωρίζει την οικονομική θεωρία από όσα έχουν υιοθετηθεί στο Μάαστριχτ. Aν στην αρχή της υιοθέτησης των τριών ανελαστικά ποσοτικοποιημένων στόχων η επικέντρωση σε αυτούς αποτελούσε μια μη οικονομική πολιτική, πρωτοφανή στα παγκόσμια οικονομικά δρώμενα, έπειτα από την πάροδο δεκατριών ετών, με προφανή τα αρνητικά αποτελέσματα στις ευρωπαϊκές οικονομίες, το να επιμένεις στην ίδια πολιτική είναι όχι μόνο καταστροφικό, αλλά και απροκάλυπτα ταξικό.

Oι ελληνικές κυβερνήσεις του Κ. Σημίτη (1996–2004) στο πλαίσιο του «εκσυγχρονιστικού πειράματος» στην οικονομία όχι μόνο υιοθέτησαν πλήρως τις ευρωπαϊκές επιλογές, αλλά και υπερέβαλαν πολλάκις, υπερβαίνοντας κάθε μέτρο σε κομπορρημοσύνη και ψεύτικες υποσχέσεις. Δυστυχώς, στον ίδιο –και σε πολλά σημεία χειρότερο– δρόμο βαδίζει σήμερα και η κυβέρνηση του Κ. Καραμανλή. Ο όρος «ισχυρή οικονομία», υποστηρίζει ο Κ. Βεργόπουλος3 , «προέκυψε ως προϊόν αλαζονικής έπαρσης, αλλά και ως επιχείρηση πολιτικού αντιπερισπασμού απέναντι στις συγκεκριμένες διεκδικήσεις των κοινωνικών τάξεων κατά την οκταετία 1997–2004». Η κομπορρημοσύνη περί «ισχυρής οικονομίας» κληροδότησε επίσης τους ισχυρισμούς ότι η Ελλάδα εξήλθε από τη χρόνια «ευρωπαϊκή υστέρηση», από την «εργασιακή οπισθοδρόμηση» και τα παραδοσιακά κοινωνικά αδιέξοδα, ότι υλοποίησε επιτέλους την «επαναθεμελίωση του κοινωνικού κράτους». Θα διερευνήσουμε στη συνέχεια με βάση τα τρία πρωταρχικά κριτήρια τους ισχυρισμούς περί ισχυρής οικονομίας και, ακολούθως, θα αναφερθούμε στους υπόλοιπους στόχους της οικονομικής πολιτικής.


4. Η παραγωγικότητα συνδέεται άμεσα με το βιοτικό επίπεδο κάθε χώρας. Ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί συνεχής και μακροπρόθεσμη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου είναι η αύξηση της παραγωγικότητας. Μια ισχυρή και αποτελεσματική οικονομία επιτυγχάνει τη συνεχή άνοδο του κατά κεφαλήν πραγματικού ΑΕΠ. Η αύξηση της παραγωγικότητας συμβάλλει στην αύξηση του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ (αν όλες οι άλλες παράμετροι μένουν σταθερές – ceteris paribus). Αν μετακινηθεί η υπόθεση ceteris paribus, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξάνεται αν συμμετέχει στην παραγωγική διαδικασία μεγαλύτερο ποσοστό του ενεργού οικονομικού πληθυσμού (νόμος του Okun). Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, η ύπαρξη ανεργίας προκαλεί αρνητικές επιδράσεις στη δυνητική αύξηση του κατά κεφαλήν πραγματικού ΑΕΠ, με την προϋπόθεση ότι υπάρχει βραδύνουσα κεφαλαιακή παραγωγική δυναμικότητα. Ο πρώτος απόλυτος περιορισμός, θα έλεγα, είναι ότι δεν πρέπει με την αύξηση της παραγωγικότητας να αυξάνουμε την ανεργία. Συγχρόνως, η επιδίωξη της αύξησης της παραγωγικότητας θα πρέπει να συμβαδίζει με την αύξηση της συμμετοχής των απασχολουμένων ως ποσοστού του συνολικού πληθυσμού, διότι όσο περισσότεροι εργαζόμενοι συμμετέχουν τόσο περισσότερο προϊόν παράγεται και τόσο μεγαλύτερο είναι το ΑΕΠ, με την προϋπόθεση ότι η παραγωγικότητα παραμένει τουλάχιστον σταθερή. Αυτός είναι ο δεύτερος περιορισμός που πρέπει να τηρείται. Επομένως, η συμμετοχή των απασχολουμένων ως ποσοστού του πληθυσμού έχει μεγάλη σημασία για την εκτίμηση της αύξησης του κατά κεφαλήν πραγματικού προϊόντος. Συνεπώς, η μεταβολή του κατά κεφαλήν εισοδήματος (προϊόν προς τον πληθυσμό) θα πρέπει να συναρτάται με την παραγωγικότητα της εργασίας, με τη συμμετοχή της εργασίας και με την ανεργία.

Η παραγωγικότητα της εργασίας είναι ο βασικός μοχλός ανάπτυξης των οικονομιών. Όλες οι ενέργειές μας, οποιαδήποτε μέτρα πάρουμε, οποιαδήποτε επιλογή κάνουμε, είτε αφορά τη δημοσιονομική πολιτική είτε τη νομισματική είτε την εκπαίδευση του εργατικού δυναμικού είτε την τεχνολογική αναδιάρθρωση κ.τ.λ., στην ουσία επιδρούν στην παραγωγικότητα. Όπως γνωρίζουμε, παραγωγικότητα είναι το παραγόμενο προϊόν προς τον αριθμό των απασχολουμένων. Η παραγωγικότητα είναι ο βασικός άξονας στον οποίο συγκλίνουν τα πάντα σε μια οικονομία, γιατί η παραγωγικότητα της εργασίας και το βιοτικό επίπεδο συνδέονται στενά.

Πώς μπορεί να αυξηθεί η παραγωγικότητα; Μπορεί να αυξηθεί με τρεις τρόπους: O πρώτος τρόπος είναι να μεγαλώσει ο αριθμητής (παραγόμενο προϊόν) ενώ ο παρανομαστής παραμένει σταθερός (αριθμός των εργαζομένων). Ο δεύτερος τρόπος είναι να παραμείνει σταθερός ο αριθμητής (παραγόμενο προϊόν) και να μειωθεί ο παρανομαστής (αριθμός εργαζομένων). Δηλαδή μπορεί να γίνει αύξηση της παραγωγικότητας με μείωση του αριθμού των εργαζομένων και διατήρηση του ύψους παραγωγής. Η λύση αυτή μας δημιουργεί πρόβλημα. Επιδιώκουμε να αυξήσουμε την παραγωγικότητα της εργασίας, άρα και το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα, αλλά εις βάρος της απασχόλησης. Δεν μπορούμε να αυξάνουμε την παραγωγικότητα μέσω της μείωσης των απασχολουμένων γιατί έτσι αυξάνουμε την ανεργία. Ο τρίτος τρόπος είναι ο ρυθμός μεταβολής του αριθμητή (παραγόμενου προϊόντος) να είναι μεγαλύτερος από το ρυθμό μεταβολής του παρανομαστή (αριθμού των εργαζομένων). Η αλγεβρική αντιμετώπιση του ζητήματος μας παρέχει μόνο το αναλυτικό πλαίσιο που είναι χρήσιμο για την οικονομική διερεύνηση του ζητήματος της μεταβολής της παραγωγικότητας. Αυτό πρόκειται να κάνουμε στη συνέχεια.
Τώρα πρέπει να διερευνήσουμε την εξέλιξη της παραγωγικότητας της εργασίας στην Ελλάδα: Η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα από το 1975 αρχίζει να έχει φθίνουσα πορεία. Φτάνει στο κατώτατο σημείο τα έτη 1988 και 19904 . Από το 1990 και μετά αρχίζει να ανεβαίνει, μέχρι και σήμερα, ξεπερνώντας τα επίπεδα του 1975. Το ζητούμενο για την ελληνική οικονομία είναι η πραγματική σύγκλιση με την ευρωπαϊκή. Επομένως, το μέτρο σύγκρισης είναι ο μέσος όρος παραγωγικότητας των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από το 1996 και μετά η παραγωγικότητα της εργασίας στην ελληνική οικονομία αυξάνει ταχύτερα από τον αντίστοιχο μέσο όρο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πίνακας 1), ο οποίος παρουσίασε συρρίκνωση.

Πίνακας 1
Παραγωγικότητα της εργασίας (% ετήσιες μεταβολές)
Παραγωγικότητα εργασίας
1961-90
1991-95
1996-00
2000
2001
2002
2003
2004
2005 (προβλέψεις)
Ελλάδα
4,2
0,7
2,5
4,2
4,6
3,2
2,0
1,3
1,3
Ζώνη ευρώ
3,2
1,7
1,1
1,3
0,2
0,4
1,6
1,4
1,4
ΕΕ 15
2,9
1,9
1,3
1,6
0,5
1,9
1,6
1,4
1,4
ΗΠΑ
1,6
1,4
2,0
1,4
0,8
3,1
3,3
3,3
3,3
Ιαπωνία
5,1
0,8
1,3
2,5
0,8
1,7
3,2
2,5
2,5

Πηγή: European Economy, No 2/2005

Ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας ανά απασχολούμενο στην Ελλάδα έχει επιταχυνθεί σημαντικά, από 0,8% την περίοδο 1980–89 και 0,4% την περίοδο 1990–95 σε 2,7% την περίοδο 1996–2004. Οι παραπάνω εξελίξεις έχουν οδηγήσει το σημερινό επίπεδο της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας στο 85% του μέσου όρου της ΕΕ για το 2003, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος 5 , και στο 88% για το 2004, σύμφωνα με τα στοιχεία του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ5 . Η παραγωγικότητα της εργασίας είναι κατά 12%–13% χαμηλότερη απ’ ό,τι στην ΕΕ των «15». Από την ανάλυση της παραγωγικότητας της εργασίας κατά προσδιοριστικούς παράγοντες προκύπτει ότι η ενίσχυση των ρυθμών ανόδου της παραγωγικότητας στην Ελλάδα από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 αντανακλά αφενός τον υψηλότερο ρυθμό αύξησης του λόγου κεφαλαίου-εργασίας την περίοδο 1996–2004 και αφετέρου τους ταχύτερους ρυθμούς ανόδου της «συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής»7 . Ο πρώτος παράγοντας μπορεί να συσχετιστεί με την ανάκαμψη των επιχειρηματικών επενδύσεων, οι οποίες αυξήθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό 10,5% την ίδια περίοδο. Σημαντικό ρόλο στην ίδια κατεύθυνση διαδραμάτισαν και οι δημόσιες επενδύσεις, συμβάλλοντας στη βελτίωση των υποδομών. Όμως η αύξηση αυτή της παραγωγικότητας δεν συνοδεύτηκε από παράλληλη αύξηση της απασχόλησης. Στην Ελλάδα παρατηρείται στασιμότητα της απασχόλησης στη διάρκεια των ετών 1994-2004, δηλαδή σε μια περίοδο ανάκαμψης της οικονομίας (πίνακας 2). Το γεγονός αυτό αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα, που χρειάζεται προσεκτική θεωρητική αντιμετώπιση. Η στασιμότητα της απασχόλησης έχει ως αποτέλεσμα τη διατήρηση της ανεργίας σε υψηλά επίπεδα. Το 2004 διαμορφώθηκε στο 10,5%, ποσοστό από τα υψηλότερα της Ευρώπης των «15», το δεύτερο υψηλότερο μετά από αυτό της Ισπανίας και κατά πολύ υψηλότερο από το μέσο όρο της ΕΕ των «15», που διαμορφώθηκε στο 8% περίπου. Όλα τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν αύξηση της ανεργίας και για το 2005, διαψεύδοντας τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του ΙΝΕ8 . Η παραπάνω εξέλιξη παρουσιάζει με σαφή τρόπο ότι η αύξηση της παραγωγικότητας στην Ελλάδα προκύπτει ως αποτέλεσμα του πρώτου τρόπου αύξησης, σύμφωνα με την τυπολογία που έχουμε παρουσιάσει προηγουμένως. Επομένως, στο δεύτερο μέγεθος που έχει πρωταρχική σημασία για την οικονομία μιας χώρας, και το οποίο θέσαμε στην αρχή της εργασίας μας, έχουμε δυσμενείς εξελίξεις αναφορικά με την ελληνική οικονομία. Το τρίτο σημείο στο οποίο θα αναφερθούμε αφορά την κατανομή του εισοδήματος τη συγκεκριμένη περίοδο. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία9 , το μερίδιο των μισθών στο ΑΕΠ (σε τιμές αγοράς) ακολούθησε πτωτική πορεία από τα πρώτα έτη της δεκαετίας του ’80. Το 1983 το μερίδιο της εργασίας είχε φτάσει στο ιστορικά υψηλότερο σημείο του (69% σε τιμές αγοράς), ενώ στο τέλος του 2004 βρισκόταν στο χαμηλότερο σημείο του (58,6% σε τιμές αγοράς). Το μερίδιο του κεφαλαίου ειδικά τη δεκαετία του ’90 παρουσιάζει υψηλούς αυξητικούς ρυθμούς. Ακόμη, στο πεδίο της ανισοκατανομής του εθνικού εισοδήματος η Ελλάδα βρίσκεται στη δεύτερη θέση, πίσω από την Πορτογαλία και μπροστά από την Ισπανία10 . Eπίσης, το ποσοστό των πολιτών στα όρια της φτώχειας στην Ελλάδα ανέρχεται στο 20% (2003), έναντι του 16% στην ΕΕ των «15»11. Επομένως, και στο τρίτο κριτήριο-μέγεθος η ασκηθείσα οικονομική πολιτική παρουσιάζεται αναποτελεσματική, οδηγώντας την οικονομία σε σημαντικές ανισορροπίες και την κοινωνία σε κατάσταση αδυναμίας και ανέχειας.

Πίνακας 2
Πληθυσμός, εργατικό δυναμικό και απασχόληση(% ετήσια μεταβολή)

2004 (σε χιλ. άτομα)
2000
2001
2002
2003
2004
Πληθυσμός ηλικίας 15 ετών και άνω
9.057
0,9
0,8
0,7
0,6

Πληθυσμός ηλικίας 15-64
7.127
0,5
0,3
0,2
0,1

Εργατικό Δυναμικό
4.823
0,7
-0,8
1,5
1,6

Απασχόληση
4.330
1,4
0,1
2,1
2,3

Πρωτογενής Τομέας
546
1,2
-7,2
-2,0
1,1

Δευτερογενής Τομέας
974
-0,2
2,0
1,0
1,2

Τριτογενής Τομέας
2.811
2,1
1,5
3,6
3,0

% συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό
4.742
63,9
63,2
64,2
65,1
66,5
% απασχόλησης
4.250
56,6
56,5
57,7
58,9
59,6
Ανεργία ως % του εργατικού δυναμικού
493
11,2
10,4
9,9
9,3
10,2

Πηγή:
Έκθεση του διοικητή (2005) της Τραπέζης της Ελλάδος.

Συμπερασματικά, και σύμφωνα με τα κριτήρια που κατά κοινή ομολογία είναι αποδεκτά, η ελληνική οικονομία παρουσιάζει έντονες ανισορροπίες, που οφείλονται στην ασκούμενη οικονομική πολιτική, η οποία επιβάλλεται σε μεγάλο βαθμό από την Ευρωπαϊκή Ένωση και γίνεται αποδεκτή χωρίς αιτιάσεις από τις ελληνικές κυβερνήσεις. Η άρση αυτών των ανισορροπιών επιβάλλει αλλαγή του μείγματος και των στόχων της οικονομικής πολιτικής. Το ζητούμενο είναι να βρεθούν οι πολιτικές δυνάμεις που θα μπορούν να υλοποιήσουν αυτές τις αλλαγές. Οπωσδήποτε, όμως, δεν θα είναι αυτές που αποδέχονται τη λογική της πλήρους προσαρμογής στο παγκόσμιο και στο ευρωπαϊκό νεοφιλελεύθερο πλαίσιο.
Υποσημειώσεις

[1] Κ. Μελάς, Παγκοσμιοποίηση, εκδόσεις Εξάντας, 1999• Κ. Μελάς και Γ. Πολλάλης, Παγκοσμιοποίηση και πολυεθνικές επιχειρήσεις, εκδόσεις Παπαζήση, 2005.

[2] P. Krugman, Η εποχή των μειωμένων προσδοκιών, εκδόσεις Πόλις, 1995.

[3] Κ. Βεργόπουλος, Η αρπαγή του πλούτου, εκδόσεις Α.Α. Λιβάνης, 2005.

[4] Β. Βοsworth και T. Κολλίντζας, Η οικονομική ανάπτυξη στην Ελλάδα, Τράπεζα της Ελλάδος, 2002.

[5] Έκθεση του διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, 2005.

[6] «Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση», ΙΝΕ ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, 2004.

[7] Έκθεση του διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, 2005.

[8] «Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση», ό.π., κεφ. 4.

[9] «Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση», ΙΝΕ ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, 2000, 2001, 2002, 2003, 2004.

[10] Eurostat, New Cronos Database.

[11] Το ποσοστό των πολιτών στα όρια της φτώχειας ορίζεται ως το ποσοστό των ατόμων (επί του συνόλου του πληθυσμού) των οποίων το χρηματικό εισόδημα (αφού ληφθούν υπόψη οι κοινωνικές μεταβιβάσεις) βρίσκεται κάτω από τη «γραμμή της φτώχειας», δηλαδή στο 60% της διαμέσου της κατανομής ολόκληρου του πληθυσμού.

Ο Κώστας Μελάς είναι  Πανεπιστημιακός, μέλος της συντακτικής επιτροπής της Μηνιαίας Επιθεώρησης (Monthly Review). Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στη Μηνιαία Επιθεώρηση, No. 9, Σεπτέμβριος 2005.

Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2010

ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ - ΝΟΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ


Από τα ΠΡΑΚΤΙΚΑ της συζήτησης που έγινε στην εκδήλωση με θέμα: «Η Δανειακή Σύμβαση μεταξύ Ελλάδας - κρατών μελών Ευρωζώνης και η Εθνική μας Κυριαρχία», που διοργανώθηκε την Πέμπτη 15 Ιουλίου 2010 στην αίθουσα τελετών του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών

ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ (ΝΟΤΗΣ) ΜΑΡΙΑΣ (Αν. Καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης):
Ευχαριστώ κύριε Πρόεδρε.
Κυρίες και κύριοι,
Το θέμα που συζητούμε είναι ιδιαίτερα σοβαρό και θα προσπαθήσω να εξηγήσω γιατί έχουμε φθάσει στο να συζητούμε το κατά πόσο θα κυρωθεί ή δεν θα κυρωθεί μία τέτοια δανειακή σύμβαση, η οποία είναι προκλητική. Και λίγο έως πολύ πρέπει να ξετυλίξουμε το κουβάρι, διότι το πρόβλημα δεν είναι ελληνικό, είναι ένα ευρύτερο πρόβλημα ευρωπαϊκό που η αφετηρία του, θα έλεγα, βρίσκεται ουσιαστικά το 2008, όταν οι ηγέτες της Ευρωζώνης, αλλά και των άλλων χωρών, των G-20, για να αντιμετωπίσουν την παγκόσμια οικονομική κρίση, αποφάσισαν να κοινωνικοποιήσουν τις ζημιές και να ιδιωτικοποιήσουν τα κέρδη.
Από εκεί ξεκινούν όλα. Τα κράτη έκαναν μία μεγάλη παρέμβαση για να σώσουν τις τράπεζες και τους άλλους χρηματοοικονομικούς οίκους. Αρκετοί από αυτούς τους οίκους και αρκετές τράπεζες σώθηκαν και στην πορεία οι τράπεζες αυτές, μαζί με τους διεθνείς κερδοσκόπους, επιτέθηκαν στα κράτη, τα οποία, ούτως ή άλλως, αντιμετώπιζαν προβλήματα, γιατί είχαν αρκετά χρέη και φθάσαμε αυτή τη στιγμή να παίρνονται μέτρα σε παγκόσμιο επίπεδο, στο όνομα δήθεν του περιορισμού των ελλειμμάτων. Είναι αυτό που ο Πολ Κρούγκμαν αποκάλεσε το Φεβρουάριο του 2010 «υστερία των ελλειμμάτων», που επικράτησε στη συνέχεια ως πολιτική της Μέρκελ απέναντι ακόμη και στον Ομπάμα, πριν λίγες μέρες στον Καναδά και διαμορφώνει μία παγκόσμια κατεύθυνση για το χειρισμό των οικονομικών θεμάτων.
Επομένως, το θέμα είναι γενικότερο, δεν αφορά μόνο ότι υπάρχει μία ανάξια «τάξη πολιτικών» στην Ελλάδα, γιατί τα ίδια προβλήματα έχουν και άλλες χώρες. Έτσι, τα θέματα είναι λίγο πιο ευρύτερα και θα ήθελα μέσα από αυτά να φθάσω στο θέμα της Δανειακής Συμβάσεως. Καθώς πέρασαν σχεδόν όλα τα πρώτα μέτρα που απαιτούσε το Μνημόνιο, αρχίζει να υποχωρεί, θα έλεγα, η τρομοκρατία των αριθμών. Δημιουργήθηκε μία εντύπωση σε όλους ότι η Ελλάδα έφθασε δήθεν στο χείλος του γκρεμού, της πτώχευσης, και δεν υπήρχε άλλος τρόπος, παρά να αποδεχθούμε τη συνεισφορά και τη «βοήθεια» του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Ευρωζώνης.
Να δούμε, όμως, τα γεγονότα όπως εξελίσσονται τώρα. Όλη η Δανειακή Σύμβαση είναι αξίας 110.000.000.000 ευρώ, 80.000.000.000 ευρώ από την Ευρωζώνη και 30.000.000.000 ευρώ από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Δηλαδή 40.000.000.000 ευρώ κάθε χρόνο, γιατί είναι τριετούς διάρκειας η δανειακή σύμβαση. Μέχρι στιγμής, που υποτίθεται μας έσωσαν οι χώρες της ευρωζώνης και το ΔΝΤ, μας έχουν δώσει 20.000.000.000 ευρώ. Τα 10.000.000.000 ευρώ τα χρησιμοποίησε το Ελληνικό κράτος για να πληρώσει κάποια ομόλογα που έληγαν τον Μάιο και τα άλλα 10.000.000.000 ευρώ θα τα διαθέσει για να διασωθούν οι τράπεζες, ιδρύοντας ένα ειδικό ταμείο σωτηρίας των τραπεζών, το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας η ίδρυση του οποίου προβλέπεται σε νόμο που ψηφίστηκε χθες από την Ελληνική βουλή. Ο Υπουργός Οικονομικών είπε χθες ότι βλέπει εξελίξεις στο θέμα των τραπεζών και σήμερα στο Χρηματιστήριο κάποιοι κέρδισαν -οι μετοχές συγκεκριμένων τραπεζών πήγαν 22% η μία επάνω και η άλλη 15%- και επομένως βγήκαν και κέρδη από αυτή τη μεγάλη παρέμβαση που έγινε. Αν υπήρχε λοιπόν άμεσα η μεγάλη ανάγκη του Ελληνικού δημοσίου για την αντιμετώπιση των ελλειμμάτων του, προφανώς δεν θα εδίδοντο αυτά τα 10.000.000.000 ευρώ για το Ταμείο των Τραπεζών.
Για να δούμε, λοιπόν, την πραγματικότητα. Και θα μείνω λίγο σε αυτό, γιατί θα πρέπει να πέσουν οι μάσκες. Μιλάω με στοιχεία, είτε της έκθεσης του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου του Μαΐου 2010 όπου αναφέρεται ότι το έλλειμμα είναι 13,7% του ΑΕΠ, είτε του Προϋπολογισμού 2010, τον οποίο κατέθεσε ο κ. Παπακωνσταντίνου στη Βουλή το Νοέμβριο 2009 αν θυμάμαι καλά, αφού είχε αναθεωρήσει το έλλειμμα. Τα στοιχεία είναι εδώ και είναι στη διάθεση όλων. Το 2010 το έλλειμμα είναι 22.000.000.000 ευρώ. Αυτό είναι το έλλειμμα. Δηλαδή χρειαζόμασταν 22.000.000.000 ευρώ, για να λειτουργήσει η ελληνική Οικονομία για το 2010. Έχω ένα δημοσίευμα της εφημερίδας «ΤΑ ΝΕΑ» της 26ης Ιανουαρίου 2010, που λέει: «Η Ελλάδα βγαίνει για δανεισμό» - θυμάστε χρειαζόμαστε 22.000.000.000 ευρώ για όλο το χρόνο - «μας προσφέρουν 25.000.000.000 ευρώ στις 26 Ιανουαρίου 2010 και δεν τα παίρνουμε». Επομένως, αν είχαμε πάρει αυτά τα 25.000.000.000 ευρώ με 6,2%, δεν θα υπήρχε το πρόβλημα ρευστότητας που στη συνέχεια μας ανάγκασε να μπούμε στο μηχανισμό «στήριξης».
Από εκεί και πέρα - γιατί πέφτουν σιγά-σιγά οι μάσκες - όλος ο Προϋπολογισμός του 2010 είναι 80.000.000.000 ευρώ, το έλλειμμα 22.000.000.000 ευρώ, ενώ τα τοκοχρεολύσια είναι 32.000.000.000 ευρώ. Επομένως, όπως είπε ο Κώστας Χρυσόγονος και το έχουμε πει και εμείς από καιρό, αλλά το έγραψαν και οι «Financial Times», ο «μηχανισμός διάσωσης» είναι μηχανισμός διάσωσης των δανειστών της Ελλάδας και δεν έχει καμία σχέση με μηχανισμό διάσωσης της Ελληνικής Οικονομίας. Αυτή είναι η πραγματικότητα.
Και επειδή βλέπω και εκπροσώπους της ΑΔΕΔΥ εδώ, οι οποίοι υπέστησαν μεγάλη επίθεση, θα ήθελα να επισημάνω ότι οι μισθοί σε όλο το δημόσιο τομέα είναι μόνο 15.000.000.000 ευρώ το χρόνοκαι οι συντάξεις 7.000.000.000 ευρώ. Αυτά τα νούμερα είναι πριν γίνουν οι μειώσεις, διότι μειώθηκαν οι συντάξεις κατά 700.000.000 ευρώ το χρόνο και κατά 2.500.000.000 ευρώ οι μισθοί. Επομένως και πρόβλημα ρευστότητας δεν υπήρχε, γιατί θα μπορούσαμε να έχουμε δανειστεί άνετα, και οι μισθοί, ή οι συντάξεις, δεν έριξαν έξω το σύστημα. Διότι όλοι έχουμε ακούσει - γιατί αναφέρθηκε η συνάδελφος Μανδαράκα στο συνταξιοδοτικό - πως στην Ελλάδα έχουμε ανθρώπους που βγαίνουν σε μικρή ηλικία και κατέστρεψαν το σύστημα. - αυτό είναι το ποσό που υποτίθεται που κατέστρεψε την οικονομία -
Αφού τέλειωσαν όλα και ψηφίστηκαν τα δύο νομοσχέδια για το ασφαλιστικό στον ιδιωτικό και στο δημόσιο τομέα, έβγαλε η Commission τα στοιχεία και λέει για όλη την Ευρώπη των 27 «μέσος όρος ηλικίας συνταξιοδότησης είναι τα 61,4 χρόνια». Στην Ελλάδα; Επίσης 61,4 ο μέσος όρος ηλικίας συνταξιοδότησης. Άρα λοιπόν είμαστε καθαρά στο μέσο όρο και δεν ισχύει ότι δήθεν επειδή κάποιοι συνταξιοδοτούνται σε μικρή ηλικία έχουν τινάξει το συνταξιοδοτικό σύστημα στον αέρα.
Πάμε να δούμε τώρα γιατί γίνονται όλα αυτά. Ακούσατε χθες την κ. Μέρκελ, η οποία μίλησε για το μηχανισμό της ελεγχόμενης πτώχευσης. Αν μεταφράσουμε ορθά την ορολογία στα ελληνικά πρόκειται για ένα μηχανισμό ελεγχόμενης αφερεγγυότητας, ένα μηχανισμό ελεγχόμενης αδυναμίας πληρωμής. Σύμφωνα λοιπόν με το μηχανισμό αυτό επειδή πρέπει οι δανειστές να πληρωθούν, επειδή πρέπει οι τράπεζες να πληρωθούν, εν προκειμένω οι γερμανικές και γαλλικές τράπεζες στις οποίες η Ελλάδα οφείλει ένα πάρα πολύ μεγάλο μέρος του χρέους της, θα πρέπει οι χώρες της ΕΕ που υπάρχει ο κίνδυνος να πτωχεύσουν, να έχουν κάποιου είδους «προστασία» και να δημιουργηθεί ένας τέτοιος μηχανισμός που θα «προστατεύσει» αυτές τις χώρες, κυρίως βοηθώντας στην εξόφληση των δανειστών τους.
Θυμάμαι παλιά - γιατί βλέπω και άλλους συναδέλφους - το 1983, η Ελλάδα είχε τις προβληματικές επιχειρήσεις και ίδρυσε τον Οργανισμό Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων, προκειμένου με τη μεσολάβηση του κράτους να σώσει κάποιες επιχειρήσεις για να λειτουργούν και να εξοφληθούν και οι πιστωτές τους. Αυτό είναι λίγο έως πολύ το σχέδιο που ονομάζεται «οργανωμένη ή ελεγχόμενη πτώχευση». Δηλαδή τα κράτη που έχουν πρόβλημα - και δεν είναι μόνο η Ελλάδα, είναι η Ισπανία, είναι ενδεχόμενα η Ιταλία, η Πορτογαλία και δεν ξέρω αν θα είναι αύριο και η Γερμανία, γιατί πολλές φορές όποιος σκάβει το λάκκο του άλλου πέφτει μέσα ο ίδιος - θα πρέπει να προστατευτούν με ένα σύστημα. Ο Τόμας Μάγιερ της Ντόϊτσε Μπανκ υποστηρίζει τη σύσταση ενός Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου κατά το πρότυπο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ). Υποστήριξε ότι η ΕΕ δεν έχει πρόθεση να δημιουργήσει ένα οργανισμό που θα ανταγωνίζεται το ΔΝΤ, αλλά για σκοπούς εσωτερικής σταθερότητας χρειάζεται μια υπηρεσία με πείρα, χρειάζεται κάτι αντίστοιχο με το ΔΝΤ σε επίπεδο ΕΕ εφοδιασμένο με αποτελεσματικές εξουσίες για παρεμβάσεις.
Επομένως, η επιχείρηση - το κράτος, γιατί σαν επιχείρηση μας βλέπουν - θα αρχίσει να εξυγιαίνεται - όπως γίνεται στην περίπτωση της αναγκαστικής διαχείρισης επιχειρήσεων-  προκειμένου να ξαναβγεί στην αγορά. Και αυτό το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο θα αγοράσει το κρατικό χρέος στην ονομαστική του αξία - και όχι στην αξία που θα έχει πληρώσει τους δανειστές - και θα έλθει μετά να συζητήσει με την Ελλάδα, με την Πορτογαλία, με την Ισπανία πώς θα εξοφληθεί. Και το πώς θα εξοφληθεί, είναι αυτό που εμείς ήδη ξέρουμε. Δηλαδή, αυτό που ονομάζομε «Μνημόνιο» και «Δανειακή Σύμβαση», είναι αυτό που προετοιμάζεται να γίνει πλέον ένα ευρωπαϊκό πακέτο. Αυτή είναι η πραγματικότητα.
Και έτσι, λοιπόν, ερχόμαστε στο θέμα του Μνημονίου. Καταρχήν να εξηγήσουμε ότι είναι δύο τα Μνημόνια τυπικά. Είναι δύο έγγραφα, τα οποία δεσμεύουν και οργανώνουν μία συγκεκριμένη πολιτική σε αρκετά θέματα. Και επειδή μιλάμε για θέματα εθνικής ανεξαρτησίας, η Ελλάδα βεβαίως ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει εκχωρήσει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 2 του Συντάγματος, και πολιτικά, επειδή το επιθυμεί, κάθε εξουσία στο νομισματικό τομέα, μια και έχουμε μπει στο ευρώ, έχει εκχωρήσει εξουσίες σε σχέση με τη διαμόρφωση των επιτοκίων, αλλά δεν έχει εκχωρήσει με βάση και τη Συνθήκη της Λισσαβόνας που ισχύει από 1.12.2009, καμία εξουσία στα θέματα οικονομικής πολιτικής.
Δεύτερον, στη Συνθήκη της Λισσαβόνας, αν τη διαβάσετε, το κράτος -μέλος διατηρεί τα δικαιώματά του για τη διαμόρφωση της κοινωνικής πολιτικής, διατηρεί τα δικαιώματά του για τη διαμόρφωση της εισοδηματικής πολιτικής, διατηρεί τα δικαιώματά του ακέραια για τα συνταξιοδοτικά θέματα. Μέσα όμως από το Μνημόνιο και με βάση τη συμφωνία που έκανε η Ελλάδα μπαίνοντας στο Μηχανισμό «διάσωσης» έχασε - και αυτό είναι το βασικό - την κυριαρχία της στα ζητήματα άσκησης πολιτικής σε όλα αυτά τα θέματα. Και δεν χρειάζεται να το πούμε εμείς, το έχει πει και ο Πρωθυπουργός ότι δεν υφίσταται εθνική κυριαρχία. Και μάλιστα, αν δεν κάνω λάθος κύριε εκπρόσωπε της ΑΔΕΔΥ όταν πήγατε στον Πρωθυπουργό και του ζητήσατε κάποια πράγματα για τα θέματα των δημοσίων υπαλλήλων, σας είπε «να πάτε να τα πείτε στην «τρόικα»». Δηλαδή, η ίδια η διαδικασία απέδειξε ότι δεν υφίσταται σήμερα κυρίαρχη Κυβέρνηση στην Ελλάδα, αλλά υπάρχει μία «τρόικα» που διαμορφώνει την πολιτική. Αυτό το ξέρουν όλοι και δεν χρειάζεται να το αποδείξουμε και νομικά. Επομένως, δεσμευόμενη η χώρα από το Μνημόνιο, τα δύο Μνημόνια για την ακρίβεια, έχει πλέον εκχωρήσει κυριαρχικά δικαιώματα άσκησης πολιτικής στην τρόικα.
Και ακόμη περισσότερο - γι' αυτό αναφέρω ότι μας αντιμετωπίζει η τρόικα σαν να είμαστε μία εταιρεία - όταν μία εταιρεία μπει σε αναγκαστική διαχείριση, οι πιστωτές αντικαθιστούν τη διοίκηση και βάζουν δική τους διοίκηση. Οι μέτοχοι, (δηλαδή ο ελληνικός λαός εν προκειμένω), σε αυτές τις εταιρείες δεν έχουν καμία αξία, κάθονται στην άκρη και «κουμάντο» κάνουν οι δανειστές, οι οποίοι βάζουν ένα δικό τους Διοικητικό Συμβούλιο, που στόχο έχει να αναζωογονήσει την εταιρεία, να δουλέψει, και αφού ξεχρεώσει, ΑΝ μπορέσουν κάποτε οι μέτοχοι, θα επιστρέψουν. Είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα αυτό που βλέπουμε σε σχέση με τη χώρα μας.
Έχουμε μία συγκεκριμένη «τρόικα», η οποία διαμορφώνει και ελέγχει την πολιτική και δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα αν δεν συμφωνήσει. Μάλιστα υπάρχει και μία πρόβλεψη στο Μνημόνιο: «Αν επιθυμεί η Ελλάδα να κάνει κάτι που δεν προβλέπεται στο Μνημόνιο, αυτό γίνεται υπό τον όρο συμφωνίας της «τρόικας». Επομένως, είμαστε σε μία διαδικασία αναγκαστικής διαχείρισης. Δεν ξέρουμε αν η εταιρεία θα προχωρήσει ή θα διαλυθεί και αν τα περιουσιακά της στοιχεία θα εκποιηθούν. Αλλά, επειδή δεν μπορείς να εκποιήσεις έναν ολόκληρο λαό και όλα τα δικαιώματα που έχει, εγώ πιστεύω ότι αυτά τα πειράματα και οι προσπάθειες που γίνονται, δεν πρόκειται να περάσουν και το αποδεικνύει σήμερα η παρουσία όλων μας, γιατί πραγματικά πιστεύουμε ότι μπορούμε να πάμε σε μία διαφορετική κατεύθυνση.
Τώρα θα ήθελα να έλθω σε μερικά τεχνικά ζητήματα γύρω από τη Δανειακή Σύμβαση. Πρώτα απ' όλα το Μνημόνιο κυρώθηκε με το Ν.3845/2010. Εκεί υπάρχει μία πρόβλεψη που λέει ότι ο Υπουργός Οικονομικών μπορεί να υπογράφει δανειακές συμβάσεις και άλλα Μνημόνια σε εκτέλεση του Μηχανισμού «Στήριξης» και των Μνημονίων. Οι συμβάσεις αυτές και τα Μνημόνια θα έρχονται για κύρωση στη Βουλή (ΦΕΚ 6 Μαΐου 2010). Την επόμενη μέρα ο Υπουργός Οικονομικών δηλώνει μέσα στη Βουλή ότι με βάση αυτά που ζητούν τα δικηγορικά γραφεία που διαμορφώνουν τη Δανειακή Σύμβαση, θέλει να αλλάξει αυτό το σημείο στο νόμο και να αναφέρεται στο νόμο ότι θα έρχεται η Δανειακή Σύμβαση στη Βουλή μόνο για ενημέρωση (ΦΕΚ 11 Μαΐου 2010). Όμως με τις ρυθμίσεις αυτές δημιουργήθηκαν πολλά νομικά προβλήματα. Πρώτον, ο Ν.3845/2010 δίνει την εξουσιοδότηση στον Υπουργό Οικονομικών να υπογράφει συμβάσεις υπό τον όρο ότι θα έλθουν αυτές μεταγενέστερα για κύρωση στη Βουλή. Για αυτό του δίνει την εξουσιοδότηση η Βουλή και δεν του τη δίνει εν λευκώ.
Επομένως, με αυτό το πνεύμα έδωσε την εξουσιοδότηση η βουλή και υπέγραψε στις 8 Μαΐου 2010 ο Υπουργός Οικονομικών τη Δανειακή Σύμβαση. Επομένως, αυτή τη Δανειακή Σύμβαση οφείλει να τη φέρει για κύρωση στη Βουλή, διότι την υπέγραψε στις 8 Μαΐου 2010, ενώ στις 11 Μαΐου 2010 δημοσιεύθηκε ο Ν. 3847/2010 που αναφέρεται σε απλή ενημέρωση της Βουλής. Άρα, ή θα έλθει η Δανειακή Σύμβαση για κύρωση, θα μπει σε ψηφοφορία και θα καλυφθεί και ο Υπουργός Οικονομικών και αρκετοί άλλοι - γιατί ο Κώστας Χρυσόγονος έθεσε κάποια θέματα σε σχέση και με τη λειτουργία των νομικών συμβούλων συγκεκριμένων Υπουργείων - ή θα είναι εκτεθειμένος ο κ. Υπουργός των Οικονομικών, αφού θα πάσχει από ακυρότητα η δανειακή σύμβαση και πιθανόν να ζητηθεί από τον ίδιο να εξοφλήσει τα 110.000.000.000 ευρώ, όταν έλθει μια άλλη πολιτική ηγεσία, μια άλλη πολιτική κατάσταση που μπορεί να πει «δεν αναγνωρίζουμε αυτά που έγιναν».
Δεύτερον, δύο σημεία που τέθηκαν:
α) Εφαρμοστέο Δίκαιο, το Αγγλικό Δίκαιο, όπως είπαν και οι συνάδελφοι. Έχω και δύο φυλλάδια με άρθρα μου που βρίσκονται στο τραπεζάκι στο χωλ, αν θέλετε να τα πάρετε, όπου αναλύονται αυτά.
β) Θέμα παραίτησης από την ασυλία λόγω κυριαρχίας, που είναι δύο ειδών: η ασυλία σε σχέση με τη δικαιοδοσία, να μη μπορεί δηλαδή να εκδικαστεί η υπόθεση που αφορά ένα κράτος ενώπιον δικαστηρίων άλλων κρατών, και η ασυλία σε σχέση με την εκτέλεση. Επειδή το αγγλικό σύστημα, ακόμη και μέχρι το 1978 που πέρασε αυτή τη διάταξη σε σχέση με την ασυλία κρατών που ανέφερε ο Κώστας Χρυσόγονος, υποστηρίζει την απόλυτη ασυλία κρατών - το Αγγλικό Δίκαιο είναι το μοναδικό που είναι άκαμπτο - έπρεπε να βρεθεί τρόπος, για να μπορεί να γίνει η εκτέλεση, εφόσον εφαρμοστέο είναι το αγγλικό Δίκαιο και θα δικάσουν τα Δικαστήρια βάσει του Αγγλικού Δικαίου. Αν εφαρμοστέο ήταν κάποιο άλλο Δίκαιο, τότε αυτά τα Δίκαια δέχονται τη σχετική κυριαρχική ασυλία. Δηλαδή υπό όρους επιτρέπεται να γίνει εκτέλεση επί αυτών των πραγμάτων που επιτρέπεται και σύμφωνα με την Ελληνική Πολιτική Δικονομία να γίνει εκτέλεση, δηλαδή αυτά που δεν είναι δημόσια αγαθά. Άρα λοιπόν το πρόβλημα θα είχε λυθεί.
Επειδή όμως έβαλαν ως εφαρμοστέο Δίκαιο το Αγγλικό Δίκαιο - γιατί είναι το Δίκαιο που προστατεύει το δανειστή - έπρεπε να βρουν και τρόπο εκτέλεσης, σε περίπτωση που θα υπήρχε αθέτηση της Δανειακής Σύμβασης από τη χώρα μας. Άρα, έπρεπε να πάνε σε όλες αυτές τις διατάξεις - δεν θέλω να σας τις διαβάσω στα αγγλικά - οι οποίες είναι ακριβώς οι ίδιες με αυτό που περιγράφουν συγκεκριμένες διατάξεις και του Αμερικάνικου Δικαίου ως άρσεις ασυλίας και του Καναδά και της Αγγλίας. Δηλαδή οι φράσεις είναι ίδιες, όπου η Ελλάδα κάνει άρση ασυλίας λόγω κυριαρχίας σε σχέση με όλα τα ζητήματα, όπως ακριβώς τα αναφέρει η σχετική αμερικανική κωδικοποίηση σε σχέση με την παραίτηση από την ασυλία λόγω κυριαρχίας. Αν έχετε τον εν λόγω Κώδικα στα αγγλικά και βάλουμε δίπλα το αγγλικό κείμενο της Δανειακής Σύμβασης, είναι ακριβώς το ίδιο σε λέξεις και σε εκφράσεις. Επομένως, έχει γίνει πλήρης άρση της δικαιοδοτικής ασυλίας και της ασυλίας εκτελέσεως, σύμφωνα με το Αγγλικό Δίκαιο. Γι' αυτό λοιπόν υπάρχει ένα τεράστιο ζήτημα έλλειψης προστασίας των δικαιωμάτων της Ελλάδας σε σχέση με τη Δανειακή Σύμβαση.
Σε σχέση με το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπάρχει ήδη ένα άρθρο από την παλιά Συνθήκη της ΕΟΚ - τώρα είναι το άρθρο 273 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και λέει: «Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο επί οποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ των κρατών-μελών συναφούς με το αντικείμενο των συνθηκών, αν η διαφορά του υποβληθεί δυνάμει συμβάσεως διαιτησίας». Εδώ λοιπόν, επειδή γράφει η Δανειακή Σύμβαση ότι γίνεται σε εκτέλεση και συγκεκριμένων διατάξεων της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κολλάει και έχουν βάλει αυτή τη ρήτρα διαιτησίας, για να μπορούν να πάνε ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να δικάσει το εν λόγω Δικαστήριο και να συμβούν όλα αυτά τα ζητήματα, τα οποία ήδη ο κ. Μπέης και άλλοι συνάδελφοι ανέλυσαν.
Το θέμα είναι ότι δεν μπορεί να προστατευτεί το γερμανικό πιστωτικό ίδρυμα για την ανοικοδόμηση, όπως λέγεται η Γερμανική Τράπεζα που συμπεριλαμβάνεται στους δανειστές μας αφού δεν μπορεί να παραστεί ενώπιον του Δικαστηρίου της ΕΕ. Επομένως, αυτή η «κακή» γερμανική τράπεζα - οι Γερμανοί είναι αυτοί οι οποίοι πρέπει να κάνουν τον κακό, γιατί ένα κράτος δεν θα κάνει τον κακό να έλθει να κάνει εκτέλεση ενάντια στην Ελλάδα, πρέπει να είναι μία «κακή» τράπεζα που θα κάνει εκτέλεση στα ελληνικά νησιά και σε άλλους χώρους - που έχει συμβληθεί ως δανειστής, πρέπει κάπου να μπορεί να ζητήσει να εκδικασθούν οι απαιτήσεις της κατά της Ελλάδας. Και επειδή δεν θέλουν να εκδικαστούν αυτές ενώπιον των Ελληνικών Δικαστηρίων, έχει γίνει εκ μέρους της Ελλάδας πλήρης άρση και της ασυλίας δικαιοδοσίας, για να μπορεί να εκδικασθούν οι γερμανικές απαιτήσεις ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων πιθανότατα και να διεκδικήσει εκεί αυτά που θέλει να διεκδικεί.
Επομένως, έτσι εξηγούνται - γιατί θα πρέπει κανείς να δώσει και ορισμένες απαντήσεις- για ποιο λόγο έχουν μπει όλα αυτά και στο Μνημόνιο και στη Δανειακή Σύμβαση, τα οποία μας φαίνονται απίθανα, με βάση αυτά που έχουμε διαβάσει και με βάση αυτά που μας έχουν διδάξει στο παρελθόν οι καθηγητές μας ο Κώστας Μπέης και ο Γεώργιος Κασιμάτης. Είναι απίθανα αυτά τα οποία βλέπουμε και όμως γίνονται, γιατί εξυπηρετούν πολύ συγκεκριμένους σκοπούς, οι οποίοι είναι για να δημιουργηθεί μία κατάσταση που η Ελλάδα θα είναι το πειραματόζωο, αλλά θα ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι στον ευρωπαϊκό νότο. Αυτό θεωρώ ότι είναι το ζήτημα και νομίζω πρέπει να εξηγήσουμε σε όλους πώς έχουν τα πράγματα.
Υπάρχουν νομικά ζητήματα που νομίζω πρέπει να τα δούμε στη συζήτηση παραπέρα. Σημασία έχει ότι η πρωτοβουλία που παίρνει ο Δικηγορικός Σύλλογος, η ΑΔΕΔΥ, οι μαζικοί φορείς, λένε σε τελική ανάλυση ότι δεν μπορούμε να αναχθούμε αυτή την κατάσταση. Και επειδή υπάρχουν και πρώην εκπρόσωποι του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, εδώ υπάρχει ένα θέμα.
Πρώτο ερώτημα: Από πού προκύπτει ότι ο νομικός σύμβουλος του Υπουργείου Δικαιοσύνης και ο νομικός σύμβουλος του Υπουργείου Οικονομικών έχουν τέτοια εξουσιοδότηση μόνοι τους να κάνουν άρση δικαιοδοτικής ασυλίας και ασυλίας εκτελέσεως; Εγώ δεν ξέρω αν μπορούν να κάνουν μόνοι τους παραίτηση από μία υπόθεση για 50.000 ευρώ.
Δεύτερον, ο Υπουργός Οικονομικών - το είπε και ο Κώστας Χρυσόγονος - μπορούσε να κάνει παραίτηση από την ασυλία λόγω κυριαρχίας; Επομένως, κατά τη γνώμη μου, υπάρχουν πράξεις που έχουν γίνει και δεν μπορούν να θεμελιωθούν νομικά.
Και μία τελευταία παρατήρηση. Το «Slaughter and May» είναι το γραφείο Λονδίνου που ανέλαβε να διαμορφώσει τη Δανειακή Σύμβαση, με βάση απόφαση του Προέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για να υποστηρίξει την Ελλάδα. Αυτός που χειρίστηκε την υπόθεση είναι ένας σημαντικός εταίρος του γραφείου, ένας senior partner, και ειδικός επί των πτωχεύσεων των ιδιωτικών επιχειρήσεων.
Σας ευχαριστώ πολύ.

ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ - ΚΩΣΤΑΣ ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ


Από τα ΠΡΑΚΤΙΚΑ της συζήτησης που έγινε στην εκδήλωση με θέμα: «Η Δανειακή Σύμβαση μεταξύ Ελλάδας - κρατών μελών Ευρωζώνης και η Εθνική μας Κυριαρχία», που διοργανώθηκε την Πέμπτη 15 Ιουλίου 2010 στην αίθουσα τελετών του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

ΚΩΣΤΑΣ ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ (Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης):
Σας ευχαριστώ εγώ από την πλευρά μου, κύριε Πρόεδρε, για την τόσο τιμητική πρόσκληση για δεύτερη φορά μέσα σε ένα μήνα. Δεν θα επαναλάβω βεβαίως όσα είχα πει για το θέμα στην προηγούμενη εκδήλωση που είχε γίνει εδώ στις 15 Ιουνίου του 2010.
Επιτρέψτε μου μόνο να πω τελείως επιγραμματικά ότι κατά την άποψή μου η Ελλάδα εισέρχεται με ταχύτητα στη πιο επικίνδυνη στροφή της μεταπολεμικής της ιστορίας. Τα επόμενα χρόνια προμηνύονται για τον Ελληνικό Λαό τα δυσκολότερα από την περίοδο της γερμανικής κατοχής. Στην πραγματικότητα, άλλωστε, η χώρα από το Μάιο και μετά τελεί υπό μία μετανεοτερική εκδοχή οικονομική ξένης κατοχής, που είναι η περιβόητη «τρόικα» και ο «μηχανισμός στήριξης της Ελληνικής οικονομίας», που για μένα δεν είναι μηχανισμός στήριξης της Ελληνικής οικονομίας, είναι μηχανισμός στήριξης των ξένων δανειστών. Ας μου επιτραπεί εδώ, εν είδει παρενθέσεως, να πω ότι όση ευθύνη για την υπερχρέωση φέρουν οι Ελληνικές Κυβερνήσεις, που αλόγιστα και ανεύθυνα δανείζονταν και άρα και οι ψηφοφόροι, οι οποίοι τις ανεδείκνυαν, άλλη τόση φέρουν οι διοικήσεις των ξένων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, που εξίσου αλόγιστα και ανεύθυνα δάνειζαν και συνεπώς και οι μέτοχοί τους. Άρα, δεν είναι λογικό και δεν είναι και βιώσιμο βεβαίως να επιδιώκεται μέσω αυτού του μηχανισμού, ασύμμετρης κατ' ουσία πτώχευσης, να επιρριφθούν όλες οι συνέπειες της υπερχρέωσης και της διαγραφόμενης παύσης πληρωμών, σε βάρος του Ελληνικού Λαού και αντιθέτως να επιχειρείται να ικανοποιηθούν στο ακέραιο οι δανειστές. Αυτό δεν είναι το κύριο αντικείμενο της εισήγησής μου, απλώς το λέω εισαγωγικά.
Το κύριο αντικείμενο είναι η Δανειακή Σύμβαση. Η Δανειακή Σύμβαση που υπογράφτηκε στις 8 Μαΐου του 2010 μεταξύ, αφενός, της Ελληνικής Δημοκρατίας ως δανειολήπτη και, αφετέρου, των κρατών μελών της Ευρωζώνης, εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, και του γερμανικού πιστωτικού ιδρύματος για την ανοικοδόμηση, όπως λέγεται, το οποίο τελεί υπό την εγγύηση και ενεργεί προς το δημόσιο συμφέρον της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, είναι μία διεθνής σύμβαση, η οποία υποβλήθηκε στη Βουλή για κύρωση με νόμο και το σχετικό νομοσχέδιο, εξ' όσων γνωρίζω, ακόμη εκκρεμεί, δεν έχει περάσει από τη Βουλή. Είναι άλλο πράγμα αυτό και άλλο η ψήφιση του Ν. 3845/2010 που επιγράφεται «Μηχανισμός Στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας».
Ειρήσθω εν παρόδω, αυτή η έκφραση δεν υπάρχει σε καμία από τις δηλώσεις των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων της Ευρωζώνης που προηγήθηκαν, είναι έκφραση για εγχώρια κατανάλωση. Οι δηλώσεις αυτές κάνουν λόγο για στήριξη της Ευρωζώνης και όχι για στήριξη της Ελληνικής Οικονομίας. Εν πάση περιπτώσει, είναι διαφορετικό το ζήτημα της ψήφισης του Ν.3845/2010 και διαφορετικό το ζήτημα της δανειακής σύμβασης, η οποία, επαναλαμβάνω, εκκρεμεί προς κύρωση και θα κυρωθεί προφανώς με νόμο από τη Βουλή.
Τι λέει αυτή η Σύμβαση: Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 4 α «η χορήγηση και εκταμίευση οποιασδήποτε δόσης του δανείου» - ήδη έχει δοθεί η πρώτη δόση - «τελεί υπό την προϋπόθεση της υποβολής «γνωμοδοτήσεων» - ουσιαστικά πρόκειται για προκατασκευασμένες δηλώσεις, το κείμενο των οποίων εμπεριέχεται αυτούσιο στη Δανειακή Σύμβαση - «από τους νομικούς συμβούλους των Υπουργείων Δικαιοσύνης και Οικονομικών». Το άρθρο 4 παρ. 1β προσθέτει «Ο δανειζόμενος, η Ελληνική Δημοκρατία, εγγυάται ότι οι γνωμοδοτήσεις αυτές είναι ορθές και ακριβείς». Τι λένε οι γνωμοδοτήσεις; Σημασία έχει κυρίως το σημείο «12», το οποίο διαβεβαιώνει τους δανειστές, δηλαδή τα άλλα κράτη μέλη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ότι ούτε ο δανειζόμενος, ούτε οποιαδήποτε περιουσία του έχουν ασυλία λόγω κυριαρχίας, ή για άλλο λόγο, από τη δικαιοδοσία και την εκτέλεση σχετικά με κάθε ενέργεια, ή διαδικασία σχετική με τη Σύμβαση.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 5 της συμβάσεως «ο δανειολήπτης αμετάκλητα και άνευ όρων παραιτείται από κάθε ασυλία που έχει, ή πρόκειται να αποκτήσει, όσον αφορά τον ίδιο, ή τα περιουσιακά του στοιχεία, από νομικές διαδικασίες σε σχέση με την παρούσα σύμβαση, περιλαμβανομένων, χωρίς περιορισμούς της ασυλίας όσον αφορά την άσκηση αγωγής, δικαστική απόφαση ή άλλη διαταγή, και όσον αφορά την εκτέλεση και επιβολή κατά των περιουσιακών στοιχείων του, στο βαθμό που δεν το απαγορεύει δεσμευτικό δίκαιο, mandatory law», λέει το πρωτότυπο κείμενο της δανειακής συμβάσεως στην αγγλική γλώσσα.
Σε τι συνίσταται αυτό το δεσμευτικό Δίκαιο, είναι προς το παρόν άδηλο. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι υφίσταται διεθνές έθιμο, απαγορευτικό της αναγκαστικής εκτέλεσης σε περιουσιακά στοιχεία του κράτους προορισμένα για δημόσιους σκοπούς. Ωστόσο φαίνεται να γίνεται γενικά αποδεκτό στη θεωρία του Διεθνούς Δικαίου ότι το κράτος-οφειλέτης μπορεί να παραιτηθεί από την ασυλία του αυτή έναντι εκτέλεσης με ρητή πράξη του. Και ασφαλώς θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως τέτοια ρητή πράξη είναι η υποβολή των γνωμοδοτήσεων των νομικών συμβούλων των δύο Υπουργείων και η διαβεβαίωση της Ελληνικής Κυβέρνησης για την ακρίβειά τους. Παρενθετικά επιτρέψτε μου να πω ότι κατά την άποψή μου η υπογραφή των γνωμοδοτήσεων αυτών - χωρίς να είμαι ποινικολόγος και χωρίς να θέλω να παραστήσω τον εισαγγελέα - μου μοιάζει τουλάχιστον να εμπίπτει στη νομοθετική μορφή της παραβάσεως καθήκοντος. Όταν δηλαδή διαβεβαιώνεται ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να προβάλει ενστάσεις απορρέουσες από την κυριαρχία της κατά της εκτελέσεως που πρόκειται να επισπεύσει κράτος-δανειστής, αν δεν καταφέρουμε να αποπληρώσουμε εγκαίρως, έστω και μία από τις δόσεις του δανείου. Σημειωτέον μάλιστα ότι εφαρμοστέο δίκαιο για την παραπάνω σύμβαση είναι σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.1 - όχι το Ελληνικό - αλλά το Αγγλικό Δίκαιο και αποκλειστικά αρμόδιο δικαστήριο για όλες τις διαφορές που προκύπτουν από αυτή τη Σύμβαση, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Λουξεμβούργου, σύμφωνα με την παρ.2 του ίδιου άρθρου 14.
Στο αγγλικό Δίκαιο θέματα ασυλίας κρατών ρυθμίζονται από τη state immunity act του 1978, όπως έχει τροποποιηθεί έκτοτε. Στο πεδίο της αναγκαστικής εκτέλεσης τα άρθρα 13 παρ. 2-4 του νόμου αυτού επιτρέπουν την εκτέλεση κατά του αλλοδαπού Δημοσίου μόνο για περιουσιακά στοιχεία χρήσης iure gestionis. Θα διαβάσω την έκφραση στα αγγλικά: «property in use or itendy for use for commercial purposes», δηλαδή για εμπορικούς σκοπούς. Το κρίσιμο ζήτημα εδώ είναι αν η διάταξη αυτή της state immunity act υπερισχύει του σημείου «12» των γνωμοδοτήσεων και περαιτέρω πώς ακριβώς θα οριοθετηθεί ερμηνευτικά η εκτέλεση. Με άλλες λέξεις, είναι σαφές ότι π.χ. το Μέγαρο τη Βουλής, ή τα κτίρια στα οποία στεγάζονται τα Υπουργεία, ή τα πολεμικά αεροσκάφη της Ελληνικής Αεροπορίας, ή τα πολεμικά πλοία του Πολεμικού Ναυτικού συνιστούν τους απαραίτητους φιλικούς όρους για την κυρίαρχη κρατική υπόσταση της Ελληνικής Δημοκρατίας. Εκεί είναι σαφές ότι πρόκειται για περιουσία, η οποία, όχι απλώς είναι προορισμένη για δημόσιο σκοπό, συνιστά, επαναλαμβάνω, προϋπόθεση της άσκησης κυριαρχίας εκ μέρους του κράτους, αν και βεβαίως οι γνωμοδοτήσεις λένε ότι το κράτος παραιτείται. Αλλά, ακόμη και αν υποθέσουμε ότι η παραίτηση αυτή δεν είναι έγκυρη, ερωτάται πώς θα ερμηνευτούν τα όρια από το δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο φαίνεται να είναι αρμόδιο; Δηλαδή αυτά είναι στοιχεία εθνικής κυριαρχίας; Ο
Παρθενώνας τι είναι; Από πού προστατεύεται ο Παρθενώνας; Το Μουσείο της Ακρόπολης τι είναι; Ο αρχαιολογικός χώρος της Ολυμπίας τι είναι; Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι εδώ ανοίγει πεδίο, όπου παίζουμε εν ου παικτοίς. Εξάλλου, το εφαρμοστέο αγγλικό Δίκαιο παρέχει στο κράτος-οφειλέτη ελάχιστες άμυνες για τη μη εκτέλεση, ιδίως στην εξαιρετικά εξασθενημένη πλέον act of state doctrine.
Δεν πρόκειται να επεκταθώ περισσότερο, δεν είμαι ειδικός σε θέματα αγγλικού Δικαίου, αλλά γενικά εκείνο που μπορεί να πει κανείς είναι ότι το αγγλικό Δίκαιο σε τέτοια θέματα ακριβώς, επειδή το Ηνωμένο Βασίλειο είναι έδρα χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και επειδή τίθενται κατ' επανάληψη θέματα τέτοια σε σχέση με αλλοδαπά κράτη-οφειλέτες έναντι των ιδρυμάτων αυτών, είναι το χειρότερο δυνατό Δίκαιο για τον οφειλέτη. Δεν επιλέχθηκε τυχαία το αγγλικό Δίκαιο, όπως δεν επιλέχθηκε τυχαία και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο οποίο, ως γνωστό, πλειοψηφούν δικαστές προερχόμενοι από τα κράτη-δανειστές. Δεν είναι καν δηλαδή αμερόληπτο Δικαστήριο το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα ήταν προτιμότερο από την άποψη αυτή π.χ το Δικαστήριο της Χάγης.
Το σημείο «12» των γνωμοδοτήσεων φαίνεται εν πάση περιπτώσει να ανατρέπει τη βασική αρχή του Δικαίου της εκτέλεσης κατά του δημοσίου -που θετικοποιείται στο άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3068/2002 - ότι δηλαδή αυτή γίνεται σε βάρος μόνο της ιδιωτικής περιουσίας του δημοσίου, των ΟΤΑ, των Ν.Π.Δ.Δ. κατ' αποκλεισμό της δημόσιας περιουσίας τους. Εξάλλου, η δανειακή σύμβαση, μετά την κύρωσή της με νόμο που φοβάμαι ότι θα συμβεί,
αποκτά την κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος τυπική ισχύ και συνεπώς υπερισχύει του ν. 3068/2002. Είναι βέβαια προφανές ότι η ύπαρξη ακατάσχετων δημοσίων πραγμάτων, όπως ο οπλισμός και οι εγκαταστάσεις των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, τα κτίρια όπου στεγάζονται και λειτουργούν τα άμεσα όργανα του κράτους κ.ο.κ., καθώς και απαιτήσεων, ή χρηματικών διαθεσίμων π.χ. για τη μισθοδοσία του προσωπικού τους, είναι αναγκαίο για να διασφαλιστεί η ύπαρξη και η κυρίαρχη υπόσταση ενός κράτους. Εφόσον το κράτος δεν επιτρέπεται, ενόψει των θεμελιωδών διατάξεων των άρθρων 1 και 26 του Συντάγματος (λαϊκή κυριαρχία και διάκριση των εξουσιών) να απαλλοτριώσει, ή να εκχωρήσει με οποιονδήποτε τρόπο σε ιδιώτες ένα πυρήνα αρμοδιοτήτων που συνιστούν άσκηση κατ' εξοχήν δημόσιας εξουσίας και έκφραση κυριαρχίας, όπως έχει κρίνει στο παρελθόν η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, αντίστοιχα δεν επιτρέπεται να στερηθεί και από τα υλικά μέσα που καθιστούν πρακτικά εφικτή την άσκηση της κυριαρχίας του τουλάχιστον. Θα έλεγα ότι δεν επιτρέπεται να αποστερηθεί και από τα υλικά μέσα που του επιτρέπουν την εκπλήρωση άλλων αποστολών του, όπως είναι π.χ. η κατά το άρθρο 24 του Συντάγματος υποχρέωσή του για προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος.
Άρα, για μένα, ως συνταγματολόγο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο κυρωτικός της δανειακής σύμβασης νόμος είναι στο σημείο αυτό αντισυνταγματικός και - προσθέτω - τέτοιες διατάξεις, ούτε με εφαρμογή των παρ. 2 και 3 του άρθρου 28 του Συντάγματος, θα μπορούσαν θεμιτά να θεσπιστούν - δηλαδή έστω και με αυξημένη πλειοψηφία με τις προϋποθέσεις εκείνες - διότι θίγουν πρόδηλα τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος, όπως και για τον ίδιο λόγο δεν θα μπορούσαν να θεσπιστούν, ούτε καν με αναθεώρηση του Συντάγματος κατά το άρθρο 110.
Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι για τις διαφορές που τυχόν ανακύψουν από τη δανειακή σύμβαση ιδρύεται, όπως προείπα, αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μπορεί, λοιπόν, από τώρα να πιθανολογήσει κανείς ότι το Δικαστήριο αυτό θα προσανατολιστεί με βάση το άρθρο 27 της Σύμβασης της Βιέννης του 1969 για το Δίκαιο των Συνθηκών που ορίζει ότι τα κράτη δεν μπορούν να επικαλεστούν διατάξεις του εσωτερικού τους δικαίου, άρα ούτε και του εθνικού τους Συντάγματος, για να αποφύγουν την εκπλήρωση των διεθνών τους υποχρεώσεων, όπως προδήλως είναι οι υποχρεώσεις με βάση τη Δανειακή αυτή Σύμβαση που θα κυρωθεί με νόμο. Το μόνο που θα μπορούσε να προσθέσει κανείς εδώ βέβαια είναι ότι αν θεωρηθεί ότι η Δανειακή Σύμβαση εκχωρεί στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο Λουξεμβούργο, την αρμοδιότητα να κρίνει επί ανακοπών του Ελληνικού Δημοσίου κατά της κατασχέσεως π.χ. του Μεγάρου της Βουλή, ή των πολεμικών αεροσκαφών της Ελληνικής Αεροπορίας, τότε αυτό συνιστά αναγνώριση σε διεθνές όργανο, ή σε όργανα εν πάση περιπτώσει υπερεθνικού οργανισμού, όπως είναι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αρμοδιοτήτων κατά το Σύνταγμα, γιατί σαφώς πρόκειται για αρμοδιότητα άσκησης δικαιοδοτικού έργου που καλύπτεται από άρθρα 94 επόμενα του Συντάγματος και άρα τουλάχιστον ως προς αυτό ειδικά το σημείο θα απαιτείτο η πλειοψηφία των 3/5 για την κύρωση της Δανειακής Σύμβασης, αν υποθέσουμε πως υπονοείται κάτι τέτοιο. Αλλά ούτε και αυτό είναι βεβαίως ξεκάθαρο από το κείμενο του νόμου.
Η περαιτέρω έρευνα του κύρους και της ερμηνείας του σημείου «12» των γνωμοδοτήσεων και των άρθρων 4 και 14 της Σύμβασης από την οπτική γωνία του διεθνούς, ή και του εφαρμοστέου αγγλικού Δικαίου, εκφεύγει από τα πλαίσια της εισήγησης αυτής. Παρά ταύτα, χωρίς καμία διάθεση της δραματοποίησης της κατάστασης, θα μπορούσε να διατυπωθεί το συμπέρασμα πως η Δανειακή αυτή Σύμβαση θέτει μεσοπρόθεσμα τουλάχιστον σε διακινδύνευση ακόμη και τα αναγκαία μέσα άσκησης της εθνικής μας κυριαρχίας, δηλαδή στην πραγματικότητα θέτει σε διακινδύνευση την ίδια την κυρίαρχη κρατική υπόσταση της Ελληνικής Δημοκρατίας. Άλλωστε, δεν λείπουν τα ιστορικά παραδείγματα κρατών που υποχρεώθηκαν αν απορροφηθούν από άλλα, ή να μετατραπούν σε προτεκτοράτα, ως συνέπεια της πτώχευσής τους. Το 1928 η Μεγάλη Βρετανία υποχρέωσε το ουσιαστικά ανεξάρτητο κράτος της Νέας Γης είναι ένα μεγάλο νησί στα ανοικτά των ακτών του Καναδά στον Ατλαντικό, με έκταση όση η Ιρλανδία - να απορροφηθεί από τον Καναδά, διότι δεν μπορούσε να αποπληρώσει το δημόσιο χρέος του. Έγινε μία συγχώνευση κρατών. Μερικές δεκαετίες νωρίτερα, το 1870, και πάλι η Μεγάλη Βρετανία, στηριζόμενη στην ισχύ του στόλου της, μετέτρεψε σε προτεκτοράτο την Αίγυπτο, διότι δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει το δημόσιο χρέος της. Δεν βρισκόμαστε βεβαίως στην εποχή των κανονιοφόρων, αλλά φαίνεται πως οι διεθνείς κεφαλαιαγορές έχουν εξίσου αποτελεσματικά μέσα, για να επιβάλουν την κυριαρχία τους στα εθνικά κράτη.
Φοβάμαι ότι όλα αυτά δεν έχουν γίνει αντιληπτά στην πραγματική διάσταση από τον ελληνικό λαό. Δεν έχουν γίνει αντιληπτά, διότι υπάρχει ένα οργανωμένο σύστημα παραπληροφόρησης και αποσιώπησης της αλήθειας από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, το οποίο δεν αφήνει τον Ελληνικό Λαό να αντιληφθεί τι πρόκειται να συμβεί τα επόμενα χρόνια στη χώρα αυτή. Η εφαρμογή του Μνημονίου και του Μηχανισμού Στήριξης με όλα όσα συνεπάγεται, φοβάμαι ότι παραπέμπουν στη μετατροπή της χώρας μας - στο όχι πολύ μακρινό μέλλον - σε ένα οικονομικά εξαθλιωμένο διεθνές προτεκτοράτο, όπως είναι π.χ. το Κοσσυφοπέδιο, όσο απαισιόδοξο και αν ακούγεται αυτό.
Επιτρέψτε μου καταληκτικά να προσθέσω ότι κατά την άποψή μου βεβαίως και θα υπήρχε άλλος δρόμος, βεβαίως και θα υπήρχε άλλη λύση. Και ο άλλος αυτός δρόμος θα ήταν να υπάρξει αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους, η οποία να ξεκινήσει από τώρα, διότι στην πραγματικότητα αυτό που γίνεται είναι ότι μεταθέτουμε ελαφρώς κατά δύο έτη το πρόβλημα, αλλά και ταυτόχρονα το επιδεινώνουμε. Και βεβαίως η αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους θα έπρεπε κατά την άποψή μου να συνδυαστεί και με μία ευρεία συνταγματική μεταρρύθμιση, η οποία να βοηθήσει προς την κατεύθυνση της απαλλαγής της χώρας από την «τάξη» των επαγγελματιών πολιτικών, οι οποίοι και μας οδήγησαν στο σημείο αυτό. Στην ουσία η «τάξη» των επαγγελματιών πολιτικών είναι σήμερα για την Ελλάδα ό,τι ήταν στο μεσαίωνα η τάξη των ευγενών γαιοκτημόνων. Τότε οι ευγενείς γαιοκτήμονες επιβάλλονταν στον πληθυσμό με τη χρήση της βίας. Σήμερα η πολιτική τάξη επιβάλλεται στο λαό μέσω του πελατειακού εξανδραποδισμού του. Αυτός ο εξανδραποδισμός επιτεύχθηκε, όμως, με δανεικά χρήματα. Τώρα που τελειώνουν τα δανεικά, θα σημάνει η ώρα της αλήθειας.
Στο πλαίσιο μια τέτοιας συνταγματικής μεταρρύθμισης, πιστεύω ότι καίριο σημείο θα έπρεπε να είναι η θεσμοθέτηση κωλύματος εκλογιμότητας, μετά τη συμπλήρωση ορισμένου χρόνου βουλευτικής θητείας. Θέλετε να είναι 10, 12, 15 χρόνια; Πρέπει να υπάρχει ένα κώλυμα εκλογιμότητας, ούτως ώστε να αποφεύγεται η μετατροπή των ανθρώπων σε επαγγελματίες πολιτικούς, γιατί οι επαγγελματίες πολιτικοί καταλήγουν να αποζούν από την πολιτική τους δραστηριότητα, σε βάρος του κοινωνικού συνόλου.
Νομίζω ότι εκεί βρίσκεται η ουσία του ελληνικού προβλήματος. Σας ευχαριστώ.

Η ΛΕΟΝΤΕΙΟΣ ΔΑΝΕΙΑΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΛΛΑΔΑΣ – ΚΡΑΤΩΝ ΕΥΡΩΖΩΝΗΣ

του Νότη Μαριά
Όπως είχαμε την ευκαιρία να επισημάνουμε1 η δανειακή σύμβαση Ελλάδας – κρατών Ευρωζώνης ύψους 80 δις ευρώ που φέρεται για κύρωση στη Βουλή συνιστά λεόντειο σύμβαση με σημαντικές πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Υπογράφτηκε από τη χώρα μας και τις χώρες-μέλη της Ευρωζώνης πλην της Γερμανίας. Αντί για τη Γερμανία, τη σύμβαση υπέγραψε η τράπεζα KfW.

Εφαρμοστέο το αγγλικό δίκαιο

Η δανειακή σύμβαση επιβάλλει ως εφαρμοστέο δίκαιο το αγγλικό δίκαιο για δύο λόγους:
1. Διότι το αγγλικό δίκαιο είναι ιδιαίτερα σκληρό έναντι του οφειλέτη και υπερασπίζεται κυρίως τα δικαιώματα του δανειστή. Αντίθετα, στο ελληνικό αστικό δίκαιο ισχύει και «η αρχή της εύνοιας προς τον οφειλέτη», γεγονός που καθιστά τη θέση του οφειλέτη ευνοϊκότερη.
2. Διότι το αγγλικό δίκαιο προσφέρει λιγότερη προστασία σε σχέση με το ελληνικό δίκαιο αναφορικά με το ζήτημα της κρατικής ασυλίας δικαιοδοσίας και της κρατικής ασυλίας εκτέλεσης που θα αναλύσουμε παρακάτω.

Εκχώρηση χρέους

Οι δανειστές μπορούν να εκχωρήσουν ή να μεταβιβάσουν με κάθε άλλο τρόπο οποιαδήποτε από τα δικαιώματά τους υπό την προϋπόθεση προηγούμενης γραπτής συναίνεσης όλων των δανειστών. Ο δανειολήπτης (δηλαδή η Ελλάδα) δεν μπορεί να αντιτάξει αντιρρήσεις στο ζήτημα αυτό. Επίσης, κατ’ εξαίρεση ένας δανειστής έχει δικαίωμα μονομερώς να εκχωρήσει ή και να μεταβιβάσει είτε μέρος των δικαιωμάτων του στο πλαίσιο ανακατανομής των συμμετοχών των δανειστών είτε οποιοδήποτε από τα δικαιώματά του στο κράτος-μέλος που είναι ο εγγυητής του.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι υπό όρους είναι δυνατό να εκχωρηθεί ή να «πουληθεί» το ελληνικό χρέος στην Τουρκία ή σε άλλες ενδιαφερόμενες χώρες.

Τιτλοποίηση δανείου

Δεδομένου ότι στους δανειστές συμπεριλαμβάνεται και η γερμανική τράπεζα KfW που θα δανειοδοτήσει την Ελλάδα με 22,3 δις ευρώ, το ελληνικό χρέος είναι δυνατό να τιτλοποιηθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του δικαίου της ΕΕ και να αποτελέσει αντικείμενο διεθνών συναλλαγών καταλήγοντας στα χέρια κερδοσκόπων ή τρίτων χωρών.

Καταγγελία συμβάσεως

Σύμφωνα με το άρθρο 8, οι δανειστές μας μπορούν για συγκεκριμένους λόγους να καταγγείλουν τη δανειακή σύμβαση και να απαιτήσουν το ανεξόφλητο κεφάλαιο των δανείων ως άμεσα απαιτητό και πληρωτέο μαζί με τους δεδουλευμένους τόκους.
Λόγοι καταγγελίας είναι:
1. Αδυναμία εκ μέρους της Ελλάδας καταβολής οποιουδήποτε ποσού σε κάποιον από τους ως άνω δανειστές.
2. Αδυναμία τήρησης εκ μέρους της χώρας μας των υποχρεώσεων που απορρέουν από το Μνημόνιο Συνεννόησης. Δηλαδή σε περίπτωση μη εφαρμογής των διαφόρων αντιασφαλιστικών και αντιεργασιακών νόμων.
3. Οποιεσδήποτε παράνομες ή παραπλανητικές ενέργειες των ελληνικών Αρχών.
4. Μη εμπρόθεσμη εξόφληση εκ μέρους της Ελλάδας των οφειλών της προς το ΔΝΤ!!!

Δικαίωμα καταγγελίας ακόμη και αν η σύμβαση κριθεί παράνομη και άκυρη από το Δικαστήριο της ΕΕ!!!

Οι δανειστές μας, φοβούμενοι πιθανή ακύρωση της σύμβασης δικαστικά από το Δικαστήριο της ΕΕ λόγω προφανούς αντιθέσεώς της προς το δίκαιο της ΕΕ, θεωρούν την περίπτωση αυτή ως λόγο καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους τους. Έτσι το άρθρο 8 (1) (ε) της σύμβασης επιτρέπει την καταγγελία της σύμβασης σε περίπτωση που «οι υποχρεώσεις του Δανειολήπτη στο πλαίσιο της παρούσας Σύμβασης κρίνονται από οποιοδήποτε καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο ως μη δεσμευτικές ή εκτελεστές έναντι του Δανειολήπτη ή κρίνονται παράνομες από καθ’ ύλην δικαστήριο»!!!

Η αναστολή πληρωμών εκ μέρους της Ελλάδας αποτελεί λόγο καταγγελίας

Η κήρυξη αναστολής πληρωμών από την Ελλάδα θεωρείται επίσης λόγος καταγγελίας. Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 (ε) της σύμβασης οι δανειστές δικαιούνται να καταγγείλουν τη σύμβαση σε περίπτωση που «Σχετικό Χρέος του Δανειολήπτη του οποίου το συνολικό ποσό κεφαλαίου υπερβαίνει τα 250 εκατ. ευρώ είναι υποκείμενο σε δήλωση αθέτησης υποχρεώσεων2 όπως ορίζεται σε κάθε όργανο διοίκησης ή τεκμηρίωσης του συγκεκριμένου χρέους και ως αποτέλεσμα μιας τέτοιας δήλωσης προκύπτει επίσπευση του εν λόγω χρέους ή μια εν τοις πράγμασι αναστολή πληρωμών» 3.
Έτσι και με τη βούλα των ελληνικών Αρχών διαμηνύεται ότι υπάρχει περίπτωση κήρυξης στάσης πληρωμών εκ μέρους της Ελλάδας!!!
Από όλα τα παραπάνω προκύπτει επίσης ότι υφίσταται λόγος καταγγελίας της σύμβασης όχι μόνο για λόγους αναγόμενους στην ίδια τη σύμβαση, αλλά και αν δεν εξοφλεί η Ελλάδα τρίτους δανειστές και κυρίως το ΔΝΤ ή τους κατέχοντες ελληνικά ομόλογα Έλληνες ή ξένους!!!

Παραίτηση από δικαίωμα ασυλίας λόγω εθνικής κυριαρχίας

Σύμφωνα με το άρθρο 14.5 «ο Δανειολήπτης αμετάκλητα και άνευ όρων παραιτείται από κάθε ασυλία που έχει ή πρόκειται να αποκτήσει, όσον αφορά τον ίδιο ή τα περιουσιακά του στοιχεία από νομικές διαδικασίες σε σχέση με την παρούσα Σύμβαση, περιλαμβανομένων, χωρίς περιορισμούς, της ασυλίας όσον αφορά την άσκηση αγωγής, δικαστική απόφαση ή άλλη διαταγή, κατάσχεση, αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης ή προσωρινή διαταγή και όσον αφορά την εκτέλεση και επιβολή κατά των περιουσιακών στοιχείων του στο βαθμό που δεν το απαγορεύει αναγκαστικός νόμος».
Μάλιστα, σύμφωνα με το σημείο 10 του υποδείγματος της νομικής γνωμοδότησης «ούτε ο δανειολήπτης ούτε τα περιουσιακά του στοιχεία έχουν ασυλία λόγω εθνικής κυριαρχίας ή διαφορετικά λόγω της δικαιοδοσίας, κατάσχεσης –συντηρητικής ή αναγκαστικής– ή αναγκαστικής εκτέλεσης σε σχέση με οποιαδήποτε ενέργεια ή διαδικασία σχετικά με τη Σύμβαση».
Θα πρέπει στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι η ασυλία λόγω εθνικής κυριαρχίας, ή για να χρησιμοποιήσουμε το σχετικό κείμενο της σύμβασης στην επίσημη αγγλική γλώσσα το οποίο αναφέρεται σε «immunity on grounds of sovereignty/immunity from jurisdiction», έχει δύο διαστάσεις.
Εκλαμβάνεται ως ασυλία δικαιοδοσίας και ως ασυλία εκτελέσεως.
Όπως επισήμανε ο καθηγητής Κώστας Μπέης, σε παλαιότερες εποχές ίσχυε η απόλυτη ασυλία των κρατών η οποία όμως στην πορεία περιορίστηκε στην ευθύνη του κράτους από τις λεγόμενες κυριαρχικές πράξεις του4.

Δικαιοδοτική ασυλία

Ασυλία δικαιοδοσίας (δικαιοδοτική ασυλία) σημαίνει ότι ενόψει του διεθνούς εθίμου που έχει δημιουργηθεί και για την προστασία της αρχής της κυριαρχικής ισότητας των κρατών κανένα κράτος δεν μπορεί να εναχθεί παρά μόνο ενώπιον των δικών του δικαστηρίων, εξαιρουμένων ορισμένων περιπτώσεων.
Σύμφωνα με το άρθρο 14 της σύμβασης, οποιαδήποτε διαφορά σε σχέση με τη νομιμότητα, την ισχύ, την ερμηνεία ή την εκτέλεση της σύμβασης υποβάλλεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου της ΕΕ, οι αποφάσεις του οποίου είναι πλήρως δεσμευτικές και εκτελεστές από τα συμβαλλόμενα μέρη.
Δεδομένου όμως ότι σύμφωνα με το άρθρο 273 Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ, το Δικαστήριο της ΕΕ κρίνει στην προκειμένη περίπτωση μόνο διαφορές μεταξύ κρατών-μελών της ΕΕ, η ελληνική παραίτηση από τη δικαιοδοτική ασυλία έγινε προκειμένου να μπορεί να εναχθεί η Ελλάδα ενώπιον δικαστηρίων άλλου κράτους-μέλους από τη δανείστρια γερμανική τράπεζα KfW. Ταυτόχρονα όμως σε περίπτωση εκχώρησης του χρέους σε τρίτους ή σε περίπτωση τιτλοποίησής του και μεταβίβασής του σε τρίτους, τότε η άρση της δικαιοδοτικής ασυλίας της Ελλάδας σημαίνει ότι η χώρα μπορεί να ενάγεται πλέον νομίμως ενώπιον κάθε αλλοδαπού δικαστηρίου!!!

Ασυλία εκτελέσεως

Ασυλία εκτελέσεως σημαίνει απαγόρευση αναγκαστικής εκτέλεσης (κατάσχεση, πλειστηριασμό κ.λπ.) κατά της δημόσιας περιουσίας ενός κράτους, δηλαδή εκείνων των περιουσιακών στοιχείων τα οποία εξυπηρετούν δημόσιους σκοπούς. Ήδη με βάση το δημόσιο διεθνές δίκαιο αλλά και το ελληνικό δίκαιο επιτρέπεται η αναγκαστική εκτέλεση για χρηματικές απαιτήσεις κατά της ιδιωτικής περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου. Πρέπει όμως να επισημανθεί ότι στην περίπτωση αυτή επιτρέπεται η αναγκαστική κατάσχεση μόνο όσων περιουσιακών στοιχείων του κράτους επιτρέπεται αντίστοιχα και η μεταβίβαση κατά τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου.
Έτσι δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, η κατάσχεση πραγμάτων εκτός συναλλαγής στα οποία περιλαμβάνονται κοινά σε όλους πράγματα (π.χ. θάλασσα), κοινόχρηστα πράγματα (π.χ. νερά με αέναη ροή, πλατείες, λιμάνια, μεγάλες λίμνες) και πράγματα που εξυπηρετούν δημόσιους σκοπούς, όπως νοσοκομεία κ.λπ.
Σύμφωνα με το εθιμικό δημόσιο διεθνές δίκαιο, στις περιπτώσεις που υπάρχει δικαιοδοτική ασυλία η οποία εμποδίζει τα εθνικά δικαστήρια να δικάσουν αγωγή εναντίον αλλοδαπού δημοσίου, υπάρχει αντιστοίχως και ασυλία αναγκαστικής εκτελέσεως5. Ταυτόχρονα όμως «η παραίτηση του ξένου κράτους από τη δικαιοδοτική ασυλία του δεν αρκεί για να μην ισχύει αντιστοίχως η ασυλία (του) αναγκαστικής εκτέλεσης, για την άρση της οποίας απαιτείται αυτοτελής παραίτησή του»6.
Για το λόγο αυτό οι δανειστές μας επέβαλλαν να παραιτηθούμε τόσο από τη δικαιοδοτική ασυλία όσο και από την ασυλία εκτελέσεως.
Το γεγονός όμως ότι στη δανειακή σύμβαση εφαρμόζεται το αγγλικό δίκαιο σε συνδυασμό με την ελληνική παραίτηση από τη δικαιοδοτική ασυλία και την ασυλία εκτελέσεως μπορεί να οδηγήσει, όπως επισήμανε ο συνάδελφος Κώστας Χρυσόγος7, ακόμη και το κτίριο της ελληνικής Βουλής ή και υπό παραγγελία πολεμικά αεροπλάνα να μπορούν να κατασχεθούν από τρίτους δανειστές μας που θα αντλούν δικαιώματα από την παραπάνω δανειακή σύμβαση ή μπορεί να εμφανιστούν ως υπερθεματιστές στους σχετικούς πλειστηριασμούς.


1. Mega Σαββατοκύριακο, 13/6/2010, Flash 10/6/2010.
2. «Declaration of default», στην επίσημη αγγλική γλώσσα του κειμένου της σύμβασης.
3. «De facto moratorium on payments» στην επίσημη αγγλική γλώσσα του κειμένου της σύμβασης.
4. Κώστας Μπέης, Η αναγκαστική εκτέλεση εναντίον αλλοδαπού κράτους κατά το ελληνικό δίκαιο.
5. Κώστας Μπέης, Η αναγκαστική εκτέλεση εναντίον αλλοδαπού κράτους στην ελληνική έννομη τάξη, περιοδικό Δίκη, Μάιος 2008.
6. Ό.π.
7. Βλ. Έθνος, 14/6/2010.


Ο Νότης Μαριάς είναι αναπληρωτής καθηγητής Θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης. Είναι υποψήφιος Αντιπεριφερειέρχης στο Δυτικό Τομέα Αθηνών με την Αττική Συνεργασία.

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στο εβδομαδιαίο περιοδικό Επίκαιρα.